Τζανίν Ντι Τζιοβάνι

ΤΟ ΠΡΩΙ

ΠΟΥ ΗΡΘΑΝ

ΝΑ ΜΑΣ

ΠΑΡΟΥN

Ανταποκρίσεις από τον πόλεμο στη Συρία

 

Μετάφραση: Μαριάννα Ρουμελιώτη

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Δαμασκός ― Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

 

Το πρώτο μου ταξίδι στη Δαμασκό το έκανα το Μάιο του 2012, ένα χρόνο μετά το ξεκίνημα της επανάστασης. Έφτασα νωρίς το πρωί μιας μουντής, αποπνιχτικής μέρας, μ’ ένα ταξί που μίσθωσα στη Βηρυτό για λιγότερο από 100 δολάρια, πληρωμένα μετρητά. Ο οδηγός με μάζεψε απ’ το δρόμο προς τη Δαμασκό. Ενώ έβαζε τις τσάντες μου στο πορτμπαγκάζ, έκανε ένα αστείο για τη μεταστροφή του Αποστόλου Παύλου, που λέγεται ότι είχε συμβεί σ’ εκείνο περίπου το σημείο. Πολύ γρήγορα περάσαμε σε μια άλλη χώρα. Είχαμε αφήσει πίσω μας τη Βηρυτό με τα μοντέρνα παραλιακά μπαρ, τα κομμωτήρια όπου οι γυναίκες συνωστίζονται τις Πέμπτες, τα όμορφα εστιατόρια και τα θορυβώδη κλαμπ, και μπαίναμε σε μια χώρα αλλιώτικη, μια χώρα που παρέπαιε στο χείλος του πολέμου.

Η Καινή Διαθήκη αναφέρει ότι, κάποια στιγμή τον 1ο αιώνα μ.Χ., ο απόστολος Παύλος βρισκόταν στον ίδιο εκείνο δρόμο, όταν κάτι συνέβη. Δεν είμαι σίγουρη τι ακριβώς συνέβη ― δεν το ξέρουν ούτε οι ιστορικοί ούτε οι ζηλωτές της θρησκείας· αν άκουσε κάποια φωνή, αν του φανερώθηκε κάποιο σημάδι απ’ το Θεό ή αν απλώς συνειδητοποίησε, αιφνίδια κι επώδυνα, πως η ζωή του είχε πάρει λάθος δρόμο. Όπως και νά ’χει, σ’ εκείνο το σημείο συνέβη κάτι μυστήριο, μια μεταστροφή. Ο Παύλος έπαψε να διώκει τους πρώτους Χριστιανούς και έγινε πιστός ακόλουθος του Ιησού. Η ζωή του άλλαξε για πάντα.

Δεν παίρνει πολλή ώρα να πας απ’ το Λίβανο στη Συρία, κάτι που σου επιτρέπει να συλλάβεις πόσο βίαιος ήταν ο χωρισμός των εδαφών και με ποιον τρόπο σχηματίστηκαν αυτά τα τεχνητά κράτη μετά τον Α ́ Παγκόσμιο Πόλεμο και την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η νεότερη Συρία ιδρύθηκε ως γαλλικό προτεκτοράτο με «Εντολή» της Κοινωνίας των Εθνών, μετά από πολλά ψέματα και κάλπικες υποσχέσεις των Άγγλων και των Γάλλων προς τους Άραβες. Τούτο το γεγονός γέννησε στους Σύρους (και ειδικά στους Αλαουίτες, που είναι εκείνοι που βίωσαν τη μεγαλύτερη καταπίεση από τη γαλλική διοίκηση) μια διακαή επιθυμία για αυτοδιάθεση. Η Συρία τελικά κέρδισε την ανεξαρτησία της τον Απρίλιο του 1946. Έγινε μια αβασίλευτη κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ακολούθησαν μια σειρά από πραξικοπήματα, έως ότου το 1963 έλαβε χώρα το πραξικόπημα του κόμματος Μπάαθ. Τότε ιδρύθηκε η Αραβική Δημοκρατία της Συρίας. Ο Χαφέζ Αλ Άσαντ, πατέρας του τωρινού προέδρου, Μπασάρ, ήταν ένας από τους πρωτεργάτες του πραξικοπήματος.

Ανατρέχοντας εκ των υστέρων σ’ αυτό το χρονικό βίας και προδοσίας, αντιλαμβάνεται κανείς ότι, την ώρα που οι αποικιοκρατικές δυνάμεις ξανασχεδίαζαν το χάρτη της περιοχής, έμπαιναν τα θεμέλια για μια τραγωδία που θα εκτυλισσόταν δεκαετίες αργότερα ― μια τραγωδία αναπόφευκτη.

Το πρώτο πράγμα που παρατήρησα περνώντας τα σύνορα και μπαίνοντας στη συριακή ενδοχώρα ήταν ένα τεράστιο έγχρωμο πορτρέτο του Μπασάρ Αλ Άσαντ. Τα έτσι κι αλλιώς ζωηρά μάτια του ήταν βαμμένα καταγάλανα, κάνοντας το χρώμα τους να φαίνεται ακόμα πιο έντονο. Το δεύτερο πράγμα που πρόσεξα ήταν ένα Dunkin’ Donuts, πράγμα που μου φάνηκε παράξενο ακόμη και για μια εξελιγμένη χώρα σαν τη Συρία. Ήταν μια περίεργη αντίφαση, ένα τόσο κραυγαλέο σύμβολο του δυτικού μάρκετινγκ ―όχι μια μικρή καφετέρια αλλά μια όαση μ’ επικάλυψη ζάχαρης― πάνω στην εθνική οδό που οδηγούσε στη Δαμασκό.

Όπως τελικά αποδείχτηκε, το Dunkin’ Donuts δεν ήταν αυτό που νόμιζα. Μολονότι έμοιαζε υπερβολικά με την αμερικάνικη εκδοχή της αλυσίδας στις ταμπέλες και τη διακόσμηση, τελικά πουλούσε μόνο τοστ με τυρί. Αγόρασα ένα τοστ, ενώ τρεις μουστακαλήδες με παρακολουθούσαν με το τσιγάρο στο στόμα. Προφανώς ανήκαν στη μυστική αστυνομία, τη Μουχαμπαράτ. Κάθονταν στο μπαρ, ενώ ο ένας απ’ αυτούς έψηνε το τοστ. Ο οδηγός μου με περίμενε ανήσυχος, όλος νευρικότητα. Όταν το τοστ ετοιμάστηκε, με τράβηξε έξω απ’ το μαγαζί.

Η ατμόσφαιρα στη Δαμασκό ήταν εξίσου παρανοϊκή. Θύμιζε κάπως το Ιράκ επί Σαντάμ Χουσεΐν. Υπήρχε κάτι στην ατμόσφαιρα, κάτι που δεν μπορούσες να το προσδιορίσεις ― μια σιωπή που δεν την έσβηναν οι εκκωφαντικές κόρνες των αυτοκινήτων. Όταν βρίσκονταν σε δημόσιους χώρους, οι άνθρωποι ψιθύριζαν μεταξύ τους. Όταν ο σερβιτόρος έφτανε σ’ ένα τραπέζι, οι άνθρωποι στο τραπέζι εκείνο σταματούσαν να μιλούν. Οι άνδρες της Μουχαμπαράτ θα μπορούσαν να είναι οι ίδιοι που με ακολουθούσαν πριν από μία δεκαετία στο Ιράκ ― με τα ίδια φτηνά δερμάτινα μπουφάν και τα ίδια κακοξυρισμένα μουστάκια, χτενισμένα προς τα κάτω. Πολλοί απ’ τους μπααθικούς που γνώριζα απ’ το καθεστώς του Σαντάμ κατέφυγαν μετά το θάνατό του σ’ ένα άλλο μπααθικό κράτος: στη Συρία.

Είχα έρθει στη Συρία γιατί ήθελα να δω τη χώρα πριν τη ρουφήξει ο πόλεμος. Στη διάρκεια αυτού του πρώτου μου ταξιδιού, το Μάιο του 2012, η Συρία βρισκόταν ακόμα στα πρόθυρα του πολέμου. Θα μπορούσε κανείς, αν ήθελε να είναι σχολαστικός με τους ορισμούς, να μιλήσει απλώς για ένοπλη σύγκρουση μεταξύ δύο παρατάξεων (αργότερα τριών, τεσσάρων και περισσότερων). Όμως είχα ξαναδεί πολέμους να ξεκινούν έτσι, κι ο πόλεμος αυτός πλησίαζε στη Συρία μ’ εντυπωσιακή ταχύτητα. Ο υπόλοιπος κόσμος κοντοστεκόταν και παρατηρούσε.

Είχα βίζα, άρα βρισκόμουν νόμιμα στη χώρα. Παρ’ όλα αυτά, ένιωθα άβολα. Ένιωθα πάντα κάποιον πίσω μου, ένιωθα να με παρακολουθούν διαρκώς. Πήγα στο ξενοδοχείο Dama Rose. Εκεί έμεναν κι οι παρατηρητές των Ηνωμένων Εθνών: άνδρες σκυθρωποί, που δεν τους επιτρεπόταν πια να κάνουν τη δουλειά τους στα πεδία των συγκρούσεων, γιατί πολύ συχνά δέχονταν επιθέσεις. Έπιναν τον έναν καφέ μετά τον άλλο κι έκαναν αστεία για το μπαρ του ξενοδοχείου. Στο μπαρ σύχναζαν καλλίγραμμα κορίτσια απ’ τη Ρωσία, τα οποία οι παρατηρητές αποκαλούσαν «Νατάσσες». Σε λίγες βδομάδες, θά ’φευγαν απ’ τη χώρα ακόμα κι οι Νατάσσες, μολονότι χάρη στον Πούτιν, που ήταν σύμμαχος του Άσαντ, μπορούσαν να παίρνουν εύκολα βίζα.

Μια Πέμπτη, τη μέρα δηλαδή που ξεκινά το σαββατοκύριακο για τους Μουσουλμάνους, γύρισα στο ξενοδοχείο έχοντας περάσει όλη τη μέρα κουβεντιάζοντας με ανθρώπους ανήσυχους για το αν η χώρα τους θα υπήρχε μετά από ένα ή δύο χρόνια. Ήταν Χριστιανοί, αλλά προοδευτικοί. Δεν υποστήριζαν τη βίαιη καταστολή των ειρηνικών διαδηλώσεων από την κυβέρνηση, ούτε όμως και την ένοπλη αντίσταση. Σ’ εκείνη τη φάση, προσπαθούσα να σκιαγραφήσω το προφίλ των υποστηρικτών και των πολέμιων του Άσαντ. Υπήρχαν αντάρτες που τον μάχονταν· υπήρχαν ακτιβιστές που ξεκινούσαν ψηφιακό πόλεμο, χρησιμοποιώντας ως όπλα το facebook, το youtube και το twitter· και υπήρχαν κι εκείνοι που βγήκαν αρχικά να διαδηλώσουν σε μέρη όπως η Χομς, και οι οποίοι αποτραβήχτηκαν πλήρως όταν είδαν κάποιους απ’ τους συντρόφους τους να παίρνουνε τα όπλα.

Νωρίτερα τον ίδιο χρόνο, μια παγωμένη μέρα στο Παρίσι, είχα συναντήσει σ’ ένα καφέ τη Φάντουα Σουλεϊμάν. Η Φάντουα Σουλεϊμάν είναι μια κομψή Αλαουίτισσα ηθοποιός που, στις πρώτες μέρες της επανάστασης, είχε πρωτοστατήσει στις διαδηλώσεις και είχε γίνει αρκετά διάσημη (πριν απ’ αυτό πρωταγωνιστούσε σε συριακές σαπουνόπερες). Το γεγονός ότι ήταν Αλαουίτισσα, ότι ανήκε δηλαδή στην ίδια εθνοτική ομάδα με τον Άσαντ, αλλά διαδήλωνε υπέρ της ελευθερίας και κατά του καθεστώτος, την έκανε αμέσως να θεωρηθεί το πρόσωπο της επανάστασης. Ωστόσο, τα πράγματα είχαν αλλάξει, έλεγε. Την έθλιβε το γεγονός ότι «η επανάσταση δεν πηγαίνει προς τη σωστή κατεύθυνση, γίνεται ένοπλη, η αντιπολίτευση που ήθελε να αντισταθεί ειρηνικά παίζει το παιχνίδι του καθεστώτος και η χώρα οδηγείται σε έναν πόλεμο ανάμεσα σε μεγάλες θρησκευτικές ομάδες». «Δεν ήθελα να φύγω απ’ τη Συρία», συμπλήρωσε, «αλλά δεν είχα επιλογή. Δεχόμουν απειλές και έβαζα σε κίνδυνο τους ακτιβιστές που με βοηθούσαν».

Μετά, υπήρχαν εκείνοι που τους ονομάζω «Πιστούς», οι υποστηρικτές του Άσαντ. Κάποιοι του ήταν τόσο αφοσιωμένοι όσο ο απόστολος Παύλος στο Χριστό. Κάποιοι άλλοι, πάλι, απλώς φοβόντουσαν ότι, ως μειονότητα μιας μειονότητας ―οι Αλαουίτες είναι παρακλάδι του σιιτικού Ισλάμ― θα εξαφανίζονταν σε περίπτωση που οι ακραίοι Σουνίτες έπαιρναν την εξουσία.

Υπήρχε και μια υποκατηγορία των «Πιστών», που νοιάζονταν μονάχα να σωθούν: ήθελαν ν’ αποφύγουν τις φυλακές του Άσαντ. Αν τους μιλούσες κατ’ ιδίαν, θα σου έλεγαν ότι δεν ενέκριναν τα κελιά βασανιστηρίων του καθεστώτος και τους βομβαρδισμούς στο Χαλέπι· την ίδια στιγμή, όμως, αρνούνταν να πιστέψουν τις ειδήσεις και, πάνω απ’ όλα, δεν ήθελαν να έρθουν στην εξουσία οι φανατικοί Ισλαμιστές.

Υπήρχε και μια άλλη κατηγορία: εκείνοι που δεν πίστευαν σε τίποτε άλλο παρά στο να μείνουν ζωντανοί, να μπορούν να έχουν ένα πιάτο φαΐ στο τραπέζι τους, να μπορούν να βγουν στο δρόμο χωρίς να δέχονται θραύσματα οβίδων, ή να μπορούν να μετακινηθούν χωρίς να κολλάνε στην κίνηση δίπλα σε κάποιο αυτοκίνητο παγιδευμένο με βόμβα.

Μερικές φορές οι άνθρωποι άλλαζαν κατηγορία. Όσο πιο πολύ έμενα στη Συρία τόσο μεγάλωνε η ποικιλία των ακτιβιστών που συναντούσα. Γνώρισα κάποιους που έγιναν «Πιστοί» μετά την άνοδο του ISIS ―του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της Συρίας, που ενίοτε ονομάζεται και ISIL, ή και Νταές στα αραβικά―, απλώς και μόνο επειδή δεν ήθελαν να ζουν με την απειλή μιας τέτοιας εκδοχής του Ισλάμ: με τις γυναίκες γιατρούς να αποκεφαλίζονται, με τα παιδιά να μαθαίνουν να μισούν όποιον δεν είναι σαν κι αυτούς, με την πιο κυριολεκτική, την πιο ακραία μορφή του Ισλάμ να είναι η μόνη αποδεκτή. Υπήρχαν και αντάρτες που άλλαξαν πλευρά, πηγαίνοντας από τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό στο Μέτωπο της Αλ Νούσρα (τη συριακή πτέρυγα της Αλ Κάιντα) και μεταπηδώντας αργότερα στον ISIS.

Αντίστοιχα, πολλοί «Πιστοί» έχαναν την πίστη τους. Εκείνη την άνοιξη κι εκείνο το καλοκαίρι, εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών ήταν ο Τζιχάντ Μακντίσι, ένας Χριστιανός με μουσουλμανικό όνομα και πτυχίο από τη Σορβόνη. Στο γραφείο του στο υπουργείο, ο Τζιχάντ μού εξήγησε ότι η χώρα του ήταν ένα «χωνευτήρι» εθνοτικών ομάδων: Ελληνορθόδοξων και άλλων Χριστιανών, Κούρδων Σουνιτών, Σιιτών, Αλαουιτών και Εβραίων. Ήταν άνθρωπος ορθολογικός, ευφυής, προσεκτικός. Και ήταν προφανές γιατί είχε τοποθετηθεί σ’ εκείνη τη θέση: για να δώσει στο καθεστώς ένα πιο γλυκό πρόσωπο.

Αλλά ο Μακντίσι δεν έμεινε σ’ αυτή τη θέση για πολύ. Ένα χρόνο μετά την πρώτη μου επίσκεψη στη Συρία, θα διάβαζα στην εφημερίδα ότι αυτομόλησε σε κάποια χώρα του Περσικού Κόλπου, μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, καθιστώντας τον εαυτό του ανεπιθύμητο ― persona non grata―, τουλάχιστον για το καθεστώς του Άσαντ. Λίγο καιρό αργότερα, τον συνάντησα σ’ ένα καφέ της Γενεύης, όπου συχνάζουν επιχειρηματίες για μεσημεριανό, λίγες μέρες πριν τις αποτυχημένες συνομιλίες της Συνόδου της Γενεύης ΙΙ. Ο Μακντίσι, που φαινόταν να έχει βλέψεις για πολιτική σταδιοδρομία, χωρίς ακόμα να είναι ξεκάθαρο το πολιτικό πλαίσιο στο οποίο θα κινούνταν, μου διηγήθηκε τις τελευταίες του μέρες στη Συρία. «Συνειδητοποίησα ότι πράγματα που παλιότερα είχα αποδεχτεί, δεν θα μπορούσα πια να τα αποδέχομαι».

Η Φάντουα Σουλεϊμάν, η ηθοποιός, έφυγε κι εκείνη απ’ τη Χομς για τη Δαμασκό, από εκεί για την Ιορδανία και, τέλος, για το Παρίσι. Είπε πως, όσο ήταν ακόμα στη Χομς, είδε Σουνίτες, που μέχρι τότε κρατούσαν τα όπλα μόνο για να υπερασπίζονται τον εαυτό τους, να επιτίθενται στις δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού. «Τότε κατάλαβα», συνέχισε, αναγνωρίζοντας πως αυτό που κάποτε είχε πιστέψει πως θα ήταν μια ειρηνική επανάσταση είχε μετατραπεί σε πόλεμο. Κατηγορούσε πρωτίστως, όχι τους ίδιους τους Σύρους, αλλά τα «άλλα κράτη» (τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Κουβέιτ) για το γεγονός ότι «όπλιζαν τους δρόμους της Συρίας… Οι άνθρωποι αυτοί είναι διατεθειμένοι να κάνουν τα πάντα για να πάρουν την εξουσία, με τον ίδιο τρόπο που ο Μπασάρ Αλ Άσαντ είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να παραμείνει στην εξουσία».

Η Φάντουα μου είπε πως δεν ήταν χαρούμενη στο Παρίσι. Της έλειπαν οι φίλοι, η οικογένεια, η παλιά της ζωή. Η ζωή στην εξορία είναι δύσκολη για τον οποιοδήποτε, πόσω μάλλον όταν στη χώρα σου μαίνεται ο πόλεμος κι εσύ στέκεσαι απ’ έξω και παρακολουθείς πίσω από ένα θαμπό τζάμι. Η ηθοποιός είχε κόψει τα άλλοτε μακριά μαλλιά της, όταν ξεκίνησε να συμμετέχει στις διαδηλώσεις της Χομς, ως μια συμβολική επαναστατική πράξη. Εκείνο το απόγευμα, στο καφέ του Παρισιού, με τα κοντά μαλλιά και το φαρδύ πουλόβερ της, φάνταζε κοκκαλιάρα και μόνη, κι έδειχνε να κρυώνει. Αλλά δεν θα γυρνούσε πίσω, είπε, περνώντας τα δάχτυλά της μέσα απ’ τα μαλλιά που είχε η ίδια κόψει για λόγους συμβολισμού. Δεν θα γυρνούσε πίσω, μέχρι να ξαναγινόταν η Συρία μια χώρα την οποία να μπορούσε ν’ αναγνωρίσει.

Το πάρτι στην πισίνα του ξενοδοχείου εκείνη την Πέμπτη, στις αρχές καλοκαιριού του 2012, έφερνε στο νου τις τελευταίες ημέρες μιας παρακμιακής αυτοκρατορίας έτοιμης να καταρρεύσει. Στο βάθος φαίνονταν καπνοί απ’ τους βομβαρδισμούς στα νότια προάστια, ενώ μια λιπόσαρκη ρωσίδα Νατάσσα χόρευε άχαρα δίπλα στην πισίνα, αδιαφορώντας για τις εκρήξεις. Σύριες με περίτεχνα χτενίσματα, με εξτένσιον, τρέσες, χρωματιστά τζελ και λακ, παρέλαυναν με βαρύ μακιγιάζ, μπικίνι και ψηλά τακούνια. Οι άνδρες φορούσαν μοντέρνα μαγιό Vilebrequin κι έπιναν λιβανέζικες μπύρες, με λάιμ στο λαιμό του μπουκαλιού. Απ’ τη σκηνή ακουγόταν δυνατά ένα ρεμίξ του «Someone like you» της Adele.

Στεκόμουν στο μπαλκόνι μου και κοίταζα τον καπνό απ’ τους βομβαρδισμούς των προαστίων. Ταυτόχρονα κοίταζα το διονυσιακό σκηνικό που εξελισσόταν κάτω. Ήταν σαν οι παρευρισκόμενοι να αρνούνταν ν’ ακούσουν τα τύμπανα του πολέμου. Οι ζωές των ανθρώπων αυτών θα κατέρρεαν μία προς μία. Προτού καν προφτάσουν να το αντιληφθούν, όλοι τους θα έπεφταν θύματα προδοσίας. Όμως η φούσκα δεν είχε ακόμα σκάσει.

Παρακολούθησα επί εβδομάδες τον πυρετό των φιλήδονων πάρτι που γίνονταν τις Πέμπτες στην πισίνα του Dama Rose. Εκείνη την πρώτη εβδομάδα, το σαββατοκύριακο ξεκινούσε σα να μη συμβαίνει τίποτα ιδιαίτερο. Μετά το μεσημέρι, οι γυναίκες έτρεχαν στα κομμωτήρια κι οι δρόμοι προς τις εξόδους της πόλης ―όσοι απ’ αυτούς ήταν ακόμα ανοιχτοί― είχαν γεμίσει με πολυτελή αυτοκίνητα. Όσοι ακόμα μπορούσαν, έφευγαν. Πήγαιναν στα χωριά τους, πήγαιναν με τα παιδιά τους σε πάρκα αναψυχής, πήγαιναν στις εξοχικές τους βίλες, για πάρτι, πικνίκ ή βραδινό.

Τα εστιατόρια όπως το Ναράντζ, που καταλαμβάνει σχεδόν μισό οικοδομικό τετράγωνο στην παλιά πόλη και σερβίρει παραδοσιακό αραβικό φαγητό στην ελίτ, ήταν ακόμη γεμάτα. Ένα απόγευμα πήγα σ’ ένα γάμο εκεί και μου πρόσφεραν το ένα πιάτο μετά το άλλο: αρνί, κοτόπουλο, ρύζι, χουρμάδες, πορτοκάλια και σιροπιαστά. Ήξερα πολύ καλά ―και η επίγνωση αυτή ήταν οδυνηρή― ότι σε λιγότερο από μία ώρα με τ’ αυτοκίνητο (εφόσον δεν είχε μπλόκα στο δρόμο), οι άνθρωποι στη Χομς πέθαιναν απ’ την πείνα. Στη Χούλα εξελισσόταν ένα μακελειό, και πρόσφυγες περνούσαν τα σύνορα με το Λίβανο, την Τουρκία και την Ιορδανία, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ταΐσουν τις οικογένειές τους.

Το πιο σουρεαλιστικό κομμάτι των πάρτι στο Dama Rose ήταν ότι γίνονταν στο ξενοδοχείο ακριβώς όπου φιλοξενούνταν και οι 300 παροπλισμένοι κι εκνευρισμένοι στρατιώτες των Ηνωμένων Εθνών, που τους είχαν φέρει ως «παρατηρητές». Στον τελευταίο όροφο είχε εγκατασταθεί με τη δική του ομάδα ο αρχηγός των παρατηρητών, ο Νορβηγός στρατηγός Ρόμπερτ Μουντ.

Στις 14 Ιουνίου του 2012, οι επιχειρήσεις τους διακόπηκαν, γιατί έγιναν υπερβολικά επικίνδυνες. Τελικά, οι πιο πολλοί ανακλήθηκαν απ’ τη Συρία, αφήνοντας πίσω ελάχιστους υπαλλήλους του ΟΗΕ ― που μέχρι τέλους ένιωθαν εκνευρισμό κι απογοήτευση εξαιτίας των ατέλειωτων εμποδίων που συναντούσαν.

Ο ΟΗΕ βρισκόταν, όχι για πρώτη φορά, σε άβολη θέση. Ο ΟΗΕ είναι πάντα ο εύκολος στόχος για τους δημοσιογράφους και τους πολιτικούς αναλυτές. Μας αρέσει να τον κοροϊδεύουμε για την «κραυγαλέα αναποτελεσματικότητά» του και τις ενίοτε εξόφθαλμες φιλοδοξίες κάποιων αξιωματούχων, που βάζουν την προσωπική τους καριέρα πιο ψηλά απ’ τον ανθρώπινο πόνο. Υπάρχει ευνοιοκρατία, προνομιακή μεταχείριση συγγενών και φίλων ανωτέρων αξιωματούχων και απέραντη διαφθορά. Αλλά υπάρχουν και μερικοί αφοσιωμένοι αξιωματούχοι, κι ακόμα περισσότεροι υπάλληλοι που εργάζονται στα πεδία των συγκρούσεων, που είναι αποφασισμένοι να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους, που αφιερώνουν τη ζωή τους, παρ’ όλα τα προσκόμματα που τους θέτουν οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί αυτού του παγκόσμιου οργανισμού.

Εκείνη τη φορά, οι παρατηρητές, αντί να βρίσκονται εκεί που ήθελαν να βρίσκονται, δηλαδή στη Χομς και στο Ζαμπαντάνι, και να κάνουν τη δουλειά τους, ήταν κολλημένοι σ’ ένα ξενοδοχείο. Βρίσκονταν στις παρυφές ενός πολέμου που δεν μπορούσαν ούτε να τον ελέγξουν ούτε να τον σταματήσουν.

Οι πιο ειλικρινείς ανώτεροι αξιωματούχοι, με τους οποίους μίλησα ιδιωτικά, ένιωθαν μεγάλο άγχος ότι η Συρία θα καταγραφόταν ως άλλη μια αποτυχία στη μακρά λίστα των καταστροφικών αποτυχιών του ΟΗΕ ― στην ίδια λίστα με τη γενοκτονία της Βοσνίας, της Ρουάντα και της Σρι Λάνκα· στη λίστα με το εμπόριο λευκής σαρκός στο Κόσοβο, τους μαζικούς βιασμούς στο Κονγκό (κάτω απ’ τη μύτη των ειρηνευτικών δυνάμεων) και, τέλος, το ξέσπασμα της χολέρας στην Αϊτή μετά το σεισμό του 2010.

Έφεραν βετεράνους διπλωμάτες όπως ο Κόφι Ανάν, ο Λαχντάρ Μπραχίμι και ο Σταφάν Ντε Μιστούρα για να διαπραγματευτούν με τον Άσαντ και τους αντάρτες. Ο Ανάν και ο Μπραχίμι παραιτήθηκαν και οι δύο, μέσα σ’ ένα κλίμα απόλυτης ηττοπάθειας για το τι θα μπορούσε να επιτευχθεί. Το χειμώνα του 2015, ο Ντε Μιστούρα συνέχιζε να προωθεί ένα σχέδιο για τις ζώνες κατάπαυσης του πυρός στο Χαλέπι, το οποίο, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή. Ο Ντε Μιστούρα, έχοντας τεράστια εμπειρία σε ανθρωπιστικές αποστολές, ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει, να απαλύνει την αφόρητη δυστυχία. Χρειάζεται να έχεις μεγάλη επιμονή προκειμένου ν’ αγωνίζεσαι ακόμα ν’ ανοίξεις ένα δρόμο για την ειρήνη, ύστερα από τέσσερα χρόνια πολέμου.

Τη δεύτερη εβδομάδα του Ιουνίου του 2012, οι άνθρωποι στα πάρτι της πισίνας ήταν πλέον πιο σκυθρωποί. Εξακολουθούσαν να πίνουν, η μουσική συνέχιζε να ξεκουφαίνει, το προσωπικό των Ηνωμένων Εθνών συνέχιζε να διαμαρτύρεται για το θόρυβο, αλλά η ρωσίδα χορεύτρια δεν ήταν πια εκεί. Κι όταν πλέον φτάσαμε στην τρίτη εβδομάδα, οι άνθρωποι έφευγαν νωρίς κι έτρεχαν ανήσυχοι στα τζιπ τους. Κανείς δεν ήθελε να είναι έξω βράδυ.

Το απόγευμα της 28ης Ιουνίου, μπορούσα να δω ότι πέρα μακριά, κάπου στη γειτονιά της Αλ Μάρτζα, απέναντι απ’ τα Δικαστήρια, υψωνόταν ένα ασυνήθιστο σπειροειδές σύννεφο καπνού. Νωρίτερα είχαν εκραγεί δύο αυτοκίνητα παγιδευμένα με βόμβες μέσα στο κέντρο της Δαμασκού. Η προηγούμενη μέρα ήταν η πιο αιματηρή στην ιστορία της 16μηνης τότε επανάστασης. Εκείνη την Πέμπτη δεν υπήρχε σχεδόν κανένας στο πάρτι, και όσοι είχαν έρθει ήταν σαφώς λιγότερο κεφάτοι. Μουσική υπήρχε, αλλά όχι δυνατά. Δεν χόρευε κανείς. Οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν κολλημένοι στα κινητά τους, στέλνοντας μηνύματα στην οικογένεια ή σε φίλους, αναζητώντας ειδήσεις και πληροφορίες.

Ενημερωθείτε για τα νέα του Δώματος

Θαυμάσια!