fbpx
€18,00  €16,20

Αν Κάρσον

ΕΡΩΣ Ο ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΟΣ

δοκίμιο για το ερωτικό παράδοξο
στην κλασσική παράδοση

Μετάφραση: Ανδρονίκη Μελετλίδου

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΟΣ

 

Πρώτη η Σαπφώ αποκάλεσε τον έρωτα «γλυκόπικρο». Κι όποιος έχει ερωτευτεί, δε θα διαφωνήσει μαζί της. Τι σημαίνει όμως η λέξη;

Η Σαπφώ έβλεπε τον έρωτα σαν μια εμπειρία ηδονής και πόνου συνάμα. Έχουμε εδώ μια αντίφαση, κι ίσως ένα παράδοξο. Για να συλλάβει αυτό τον έρωτα, ο νους πρέπει να διχαστεί. Για ποιο λόγο; Εκ πρώτης όψεως, τα δύο στοιχεία που συνιστούν την αντίφαση φαντάζουν προφανή. Τη γλυκύτητα της ερωτικής επιθυμίας τη θεωρούμε, όπως κι η Σαπφώ, δεδομένη· η ηδονικότητά της μάς χαμογελά τρυφερά. Η πικράδα της, όμως, δεν είναι τόσο ξεκάθαρη. Οι λόγοι που κάτι γλυκό πρέπει να είναι ταυτόχρονα και πικρό θα μπορούσαν να είναι πολλοί και διάφοροι. Οι δύο αυτές γεύσεις μπορούν να συνδέονται μεταξύ τους ποικιλοτρόπως, και οι τρόποι που οι ποιητές πραγματεύτηκαν τον έρωτα αναδεικνύουν αυτή την ποικιλότητα. Οι στίχοι της Σαπφώς είναι μια καλή αφετηρία για ν’ ανιχνεύσουμε τις διάφορες δυνατότητες. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής:

Ἔρος δηὖτέ μ’ ὀ λυσιμέλης δόνει,
γλυκύπικρον ἀμάχανον ὄρπετον.

Νάτος πάλι ο έρωτας που λιώνει το κορμί,
νάτος, ξανά με τραντάζει,
γλυκόπικρο ερπετό, ακατανίκητο.

(LP, απ. 130)

Δύσκολο να το μεταφράσεις. [Στα αγγλικά] η λέξη sweetbitter, γλυκόπικρο, ακούγεται λάθος, όμως η καθιερωμένη αγγλική απόδοση bittersweet, «πικρόγλυκο», αντιστρέφει τους όρους του συνθέτου γλυκύπικρον της Σαπφώς. Πρέπει αυτό να μας απασχολήσει; Αν η σειρά με την οποία τοποθετεί τα δύο συνθετικά η Σαπφώ έχει πρόθεση περιγραφική, εδώ λέγεται πως ο έρωτας φέρνει πρώτα γλύκα κι ύστερα πίκρα: η ποιήτρια κατατάσσει τα ενδεχόμενα χρονικά. Αυτήν τη χρονική ακολουθία την επιβεβαιώνει η εμπειρία πολλών ερωτευμένων, ιδιαίτερα στην ποίη­ση, όπου ο έρωτας τις περισσότερες φορές έχει άσχημο τέλος. Όμως η Σαπφώ δε φαίνεται να εννοούσε κάτι τέτοιο. Το ποίημά της αρχίζει μ’ ένα δραματικό εντοπισμό της ερωτικής κατάστασης στο χρόνο (δηὖτε), και τοποθετεί την ερωτική δράση με την οριστική του ενεστώτα (δόνει). Η Σαπφώ δεν καταγράφει την ιστορία ενός ερωτικού ειδυλλίου αλλά την ίδια τη στιγμή της ερωτικής επιθυμίας. Η πίεση του έρωτα προκαλεί μια αστάθεια· η ψυχή διχάζεται. Σ’ αυτό το σημείο εκφράζεται το ταυτόχρονο της ηδονής και του πόνου. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο λόγος που πρώτα κατονομάζεται η ηδονική όψη του έρωτα είναι ότι αυτή είναι η λιγότερο αναπάντεχη. Το βάρος της έμφασης πέφτει στην προβληματική άλλη όψη του φαινομένου, που τα γνωρίσματά της αποτυπώνονται κλιμακωτά μ’ έναν καταιγισμό μαλακών συμφώνων (στίχος 2). Ο έρωτας έρχεται από κάπου έξω και κινείται ή έρπει προς το θύμα του: ὄρπετον. Σε τούτη την επίθεση είναι αδύνατο ν’ αντισταθείς νικηφόρα: ἀμάχανον. Η επιθυμία δεν εγκατοικεί στο υποκείμενο της επιθυμίας ούτε και είναι σύμμαχός του. Είναι κάτι ξένο προς τη βούληση του υποκειμένου, του επιβάλλεται έξωθεν, χωρίς αυτό να μπορεί να προβάλει αντίσταση. Ο έρωτας είναι εχθρός. Κι η πικράδα του θα έχει τη γεύση της έχθρας. Του μίσους.

«Ν’ αγαπάς το φίλο σου και να μισείς τον εχθρό σου»· νά μια χαρακτηριστική αρχαϊκή επιταγή σχετικά με το πώς πρέπει να στέκεσαι απέναντι στους άλλους. Η αγάπη και το μίσος συνθέτουν το πλαίσιο της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης. Έχει άραγε νόημα να εντοπίσουμε και τους δύο αυτούς πόλους εντός του έρωτα, του ενιαίου αυτού συγκινησιακού γεγονότος; Ενδεχομένως ναι, αν ο φίλος και ο εχθρός συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Η σύγκλιση αυτή δημιουργεί ένα παράδοξο, το ερωτικό παράδοξο, το οποίο όμως αποτελεί σχεδόν κοινό τόπο της νεωτερικής λογοτεχνικής φαντασίας. «Κι όπου τελειώνει η αγάπη, αρχίζει το μίσος…», ψιθυρίζει η Άννα Καρένινα καθώς κατευθύνεται προς το Σταθμό της Μόσχας και στη λύση του διλήμματος της επιθυμίας. Στην πραγματικότητα, το ερωτικό παράδοξο είναι ένα πρόβλημα παλιότερο από τον Έρωτα τον ίδιο. Το πρωτοβλέπουμε να εκδραματίζεται πάνω στα τείχη της Τροίας, σε μια σκηνή ανάμεσα στην Ελένη και την Αφροδίτη. Η στιχομυθία είναι χαρακτηριστική. Ο Όμηρος μάς δείχνει την Ελένη, την ενσάρκωση της επιθυμίας, να αψηφά, απαυδισμένη με τους καταναγκασμούς του έρωτα, την εντολή της Αφροδίτης να υπηρετήσει το κρεβάτι του Πάρη. Η θεά του έρωτα απαντά οργισμένη, κραδαίνοντας το ερωτικό παράδοξο σαν όπλο:

μή μ ̓ ἔρεθε σχετλίη, μὴ χωσαμένη σε μεθείω,
τὼς δέ σ ̓ ἀπεχθήρω ὡς νῦν ἔκπαγλ ̓ ἐφίλησα

Μη με θυμώνεις, δύστυχη, με αυτά και μ’ αναγκάσεις,
αφού πολύ σ’ αγάπησα, πολύ να σε μισήσω.

(Ιλ. Γ 414-415· μτφρ. Ι. Πολυλάς)

Η Ελένη υπακούει αμέσως· όταν η αγάπη συνδυάζεται με το μίσος, κάνουν έναν εχθρό ακατανίκητο.

Το ταυτόχρονο του πικρού και του γλυκού που μας εντυπωσιάζει στο επίθετο γλυκύπικρον της Σαπφώς αποδίδεται δια­φορετικά στο ομηρικό ποίημα. Η επική σύμβαση εκφράζει εσωτερικές καταστάσεις του συναισθήματος που αποτυπώνον­ται με τρόπο δυναμικό και γραμμικό, έτσι ώστε ο διχασμός της ψυχής να προσεγγίζεται μέσα από μια ακολουθία αντιθετικών πρά­ξεων. Όμως ο Όμηρος και η Σαπφώ συγκλίνουν, καθώς κι οι δυο παρουσιάζουν τη θεότητα της επιθυμίας σαν ένα ον επαμφοτερίζον ―φιλικό και εχθρικό συνάμα― το οποίο εμποτίζει την ερωτική εμπειρία με συναισθηματική παραδοξότητα.

Ο έρωτας εμφανίζεται και σ’ άλλα λογοτεχνικά είδη και άλλους ποιητές ως ένα παράδοξο αγάπης και μίσους. Για παράδειγμα, ο Αριστοφάνης μάς λέει ότι ο γητευτής νεαρός, ο ελευθέριος Αλκιβιάδης, ενέπνεε στον δῆμον ένα αίσθημα όμοιο με το πάθος του εραστή:

ποθεῖ μέν, ἐχθαίρει δέ, βούλεται δ’ ἔχειν.

Τον ποθούνε, τον μισούνε, τον θέλουνε δικό τους.

(Βάτρ. 1425)

Στον Αγαμέμνονα ο Αισχύλος περιγράφει τον Μενέλαο να τριγυρνά στο αδειανό παλάτι του αφότου έφυγε η Ελένη. Τα δωμάτια είναι λες και τα έχει στοιχειώσει εκείνη· φτάνοντας στον κοιτώνα τους, σταματά κι αναστενάζει: «αλίμονο, το κρεβάτι, κι απάνω του οι αυλακιές του έρωτα» (411). Σίγουρα πόθον (414) αισθάνεται, όμως το μίσος στάζει μέσα του για να γεμίσει το κενό (ἔχθεται):

πόθῳ δ’ ὑπερποντίας
φάσμα δόξει δόμων ἀνάσσειν·
εὐμόρφων δὲ κολοσσῶν
ἔχθεται χάρις ἀνδρί,
ὀμμάτων δ’ ἐν ἀχηνίαις
ἔρρει πᾶσ’ Ἀφροδίτα.

Κείνη που πέρασε το πέλαγος ποθεί,
το φάντασμά της κυβερνά ακόμα το παλάτι.
Των αγαλμάτων η ομορφιά
τού είναι τώρα μισητή.
Όταν τα μάτια δεν έχουνε να δουν,
η επιθυμία φεύγει.

(Αγ. 414-419)

Το θέμα της αγάπης και του μίσους το βρίσκουμε και στο ελληνιστικό επίγραμμα. Χαρακτηριστική είναι η παραίνεση του Νίκαρχου προς τον αγαπημένο του:

Εἴ με φιλεῖς, μισεῖς με· καὶ εἰ μισεῖς, σὺ φιλεῖς με·
εἰ δέ με μὴ μισεῖς, φίλτατε, μή με φίλει.

Αν μ’ αγαπάς, με μισείς·
κι αν με μισείς, μ’ αγαπάς·
αν δε με μισείς, αγάπη μου,
να μη με αγαπήσεις.

(Παλ. Ανθ. 11.252)

Δεν έχουμε ίσως κομψότερο απόσταγμα αυτού του κοινού τόπου από το επίγραμμα του Κάτουλλου:

Odi et amo. quare id faciam, fortasse requiris.
nescio, sed fieri sentio et excrucior.

 

Mισώ και αγαπώ, κι ίσως ρωτήσετε γιατί.
Δεν ξέρω, μα έτσι αισθάνομαι και βασανίζομαι.

(Κάτουλλος 85· μτφρ. Λ. Τρομάρας)

Οι ποιητές της ελληνικής λυρικής παράδοσης ενίοτε χρησιμοποιούν έννοιες για να συλλάβουν την ερωτική συνθήκη, όμως η Σαπφώ κι οι επίγονοί της κατά κανόνα προτιμούν τη φυσιολογία παρά τις αφηρημένες έννοιες. Η στιγμή του διχασμού της ψυχής εντός της επιθυμίας περιγράφεται σαν μια ένταση του κορμιού και των αισθήσεων. Στη γλώσσα της Σαπφώς, όπως είδαμε, είναι μια στιγμή πικρή και γλυκιά. Αυτή η αμφίθυμη γεύση εξελίσσεται, σε μεταγενέστερους ποιητές, σε πικρὸν μέλι (Παλ. Ανθ. 12.81), σε γλυκὺ τραῦμα (Παλ. Ανθ. 12.126) και σε γλυκύδακρυν Ἔρωτα (Παλ. Ανθ. 12.167). Στο ποίημα του Ανακρέοντα ο Έρωτας ισοπεδώνει τον εραστή μ’ ένα βίαιο σοκ ζέστης και κρύου:

μεγάλῳ δηὖτέ μ ̓ Ἔρως ἔκοψεν ὥστε χαλκεὺς
πελέκει, χειμερίῃ δ ̓ ἔλουσεν ἐν χαράδρῃ.

Σαν τον χαλκιά μ’ ένα πελέκι ο Έρωτας
μ’ έκοψε και σε παγερή χαράδρα μ’ έλουσε.

(PMG 413· μτφρ. Γ. Δάλλας)

Ο Σοφοκλής, από την άλλη, συγκρίνει την εμπειρία μ’ ένα κομμάτι πάγο που λιώνει μες στα ζεστά χέρια που το κρατάνε (Radt, απ. 149). Κατοπινοί ποιητές συμπλέκουν την αίσθηση του ζεστού και του κρύου με τη μεταφορά της γεύσης κι επι­νοούν μια «γλυκιά φωτιά» (γλυκὺ πῦρ) (Παλ. Ανθ. 12.63), ερωτευμένους «που καίγονται με το μέλι» (καιομένους μέλιτι) (Παλ. Ανθ. 12.126), ερωτικά βέλη που η Κύπρις «τα βύθιζε και τα σκλήραινε στο μέλι» (Ανακρ. 27Ε). Ο Ίβυκος συνδέει τον έρωτα μ’ ένα παράδοξο όπου το υγρό συμπλέκεται με το ξηρό, καθώς η μαύρη καταιγίδα της επιθυμίας ρίχνει πάνω του όχι βροχή μα «μια τρέλα ικανή να μαράνει τα πάντα» (PMG 286.8-11). Οι εικόνες αυτές πιθανώς στηρίζονται ώς ένα βαθμό στις αρχαίες θεωρίες περί φυσιολογίας και ψυχολογίας, οι οποίες συνδέουν την ευχάριστη, επιθυμητή ή ωφέλιμη δράση με τα αισθήματα της ζεστασιάς, της υγρότητας και του πράγματος που λιώνει, ενώ τη δυσάρεστη ή βλαβερή δράση με το κρύο, το πάγωμα και την ακαμψία.

Όμως εδώ δεν έχουμε μια απλή χαρτογράφηση συναισθημάτων. Η επιθυμία δεν είναι κάτι μονοδιάστατο. Στα ελληνικά η ερωτική πράξη είναι ένα ανακάτεμα (μείγνυμι), ενώ η επιθυμία λιώνει το κορμί (λυσιμελής, βλ. Σαπφώ απ. 130 παραπάνω). Τα όρια του σώματος, οι κατηγορίες της σκέψης, συμφύρονται. Ο θεός που λιώνει το κορμί συντρίβει (δαμνάται) κατόπιν τον εραστή, όπως θά ’κανε ένας εχθρός στο πεδίο της μάχης:

ἀλλά μ ̓ ὁ λυσιμελὴς ὦταῖρε δάμναται πόθος.

Ο πόθος, φίλε μου, που λιώνει το κορμί, με συντρίβει.

(Αρχίλοχος, West, IEG 196)

Ο συνδυασμός αγάπης και μίσους εκδηλώνεται σε μια ποικιλία συναιθηματικών εντάσεων. Η κάθε στιγμή έντασης απαιτεί τη λήψη αποφάσεων και τη δράση, όταν όμως ο έρωτας διεγείρει τις αισθήσεις, είναι αδύνατο να πάρεις αποφάσεις και να δράσεις. Η καθημερινή ζωή μπορεί να δυσκολέψει. Οι ποιητές αναφέρονται στις συνέπειες που έχει ο έρωτας στη συμπεριφορά και το λογισμό:

οὐκ οἶδ’ ὄττι θέω· δίχα μοι τὰ νοήμματα

Δεν ξέρω τι αναζητώ· διχάζεται ο νους μου

(LP, απ. 51)

λέει η Σαπφώ, και λυγίζει.

ἐρέω τε δηὖτε κοὐκ ἐρέω
καὶ μαίνομαι κοὐ μαίνομαι.

Νά ’μαι πάλι, ερωτευμένος κι όχι ερωτευμένος,
νά ’μαι πάλι, τρελαμένος κι όχι τρελαμένος.

(PMG 428)

αναφωνεί ο Ανακρέων.

ἐξ οὗ δὴ νέον ἔρνος ἐν ἠϊθέοις Διόφαντον
λεύσσων οὔτε φυγεῖν οὔτε μένειν δύναμαι.

Σαν βλέπω αυτό το τρυφερό βλαστάρι, τον Διόφαντο,
ανάμεσα στους νέους,
ούτε να φύγω δεν μπορώ, μα ούτε και να μείνω.

(Παλ. Ανθ. 12.126.5-6)

«Ο πόθος σπρώχνει τους εραστές να δράσουν και να μην δράσουν» συμπεραίνει ο Σοφοκλής (Radt, απ. 149). Όμως δεν παραλύει μονάχα η δράση. Κι η ηθική κρίση ραγίζει κάτω απ’ την πίεση του ερωτικού παράδοξου, διχάζοντας την επιθυμία σε κάτι καλό και κακό ταυτόχρονα. Ο Έρωτας του Ευριπίδη στρέφει ένα τόξο «διττό» στα θύματά του, μιας και μπορεί να οδηγήσει είτε σε μια μακάρια ζωή είτε στον απόλυτο όλεθρο (ΙΑ 548-549). Ο Ευριπίδης φτάνει στο σημείο να διπλασιάσει τον ίδιο τον θεό του έρωτα: σ’ ένα απόσπασμα απ’ τη χαμένη του Σθενόβοια εμφανίζονται δυο δίδυμοι Έρωτες. Ο ένας τους οδηγεί τον ερωτευμένο σε μια ενάρετη ζωή. Ο άλλος είναι ο χειρότερος εχθρός (ἔχθιστος) του ερωτευμένου και τον οδηγεί ολόισια στον οίκο του θανάτου (Page 1932, 3.128.22-25). Η αγάπη και το μίσος χωρίζουν τον Έρωτα στα δυο.

Ας επιστρέψουμε στο ερώτημα με το οποίο ξεκινήσαμε, δηλαδή τη σημασία του επιθέτου γλυκύπικρος της Σαπφώς. Καθώς εξετάζαμε τα διάφορα ποιητικά κείμενα, άρχισε να σχηματίζεται ένα αδρό περίγραμμα. Αν η ψυχή του ερωτευμένου είναι ένα φιλμ, ο «γλυκόπικρος έρωτας» είναι το εξωτερικό αντικείμενο που προσπίπτει επάνω της. Το παράδοξο είναι αυτό που σχηματίζεται πάνω στη φωτοευαίσθητη πλάκα του ποιήματος, ένα αρνητικό απ’ το οποίο μπορούν να αντληθούν θετικές εικόνες. Είτε νοηθεί ως δίλημμα των αισθήσεων, ως δίλημμα της δράσης ή δίλημμα αξιακό, ο έρωτας καταγράφεται ως ένα γεγονός αντιφατικό: μες στην ερωτική επιθυμία η αγάπη συμφύρεται με το μίσος.

Γιατί;

Ενημερωθείτε για τα νέα του Δώματος

Θαυμάσια!