fbpx

Άντριου Μάρτιν

ΠΡΩΤΟΛΕΙΟ

Πρώτο κεφάλαιο

Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι που προσπαθούν να ζήσουν μια κάπως φυσιολογική ζωή αμερικάνικου στυλ, δε φέρομαι εντελώς μαλακισμένα στους ανθρώπους γύρω μου, και γενικά θεωρούμαι αρκετά καλό άτομο, κυρίως γιατί θα κάτσω ν’ ακούσω τις φρίκες και τα παράπονα των άλλων για πιο πολλή ώρα, κατά μέσο όρο, απ’ όσο θα χρειαζόταν για να φανώ απλώς ευγενικός. Και η αλήθεια είναι πως κατά κανόνα τους ανθρώπους τους συμπαθώ, παρά τα ατράνταχτα θεωρητικά επιχειρήματα ­που έχω εναντίον τους. Υποθέτω πως αυτό αποτελεί φυσιολογική αντίδραση στο γεγονός ότι με μεγάλωσαν δυο σχετικά καλόκαρδοι γονείς, οι οποίοι μ’ έμαθαν να είμαι ευγενικός, κόσμιος και να στηρίζομαι στη συντροφιά και τη βοή­θεια των άλλων, αλλά την ίδια στιγμή να θεωρώ πως είμαι πιο έξυπνος και ―σ’ ένα θεμελιωδέστερο επίπεδο― ότι έχω μεγαλύτερο δικαίωμα στην ευτυχία από κάθε άλλο άνθρωπο στον κόσμο, μ’ εξαίρεση ίσως τις αδερφές μου.

Αυτός μάλλον ήταν κι ο λόγος που δεν έφερα αντιρρήσεις όταν η κοπέλα μου η Τζούλια μού πρότεινε να συναν­τηθούμε στο σπίτι μιας καινούργιας μας γνωστής, της Άννα, μιας γυναίκας με τάσεις προς τη New Age πνευματικότητα και της ­οποίας η οικογένεια, δεν ξέρω μέσω τι είδους κομπίνας, είχε ένα τεράστιο σπίτι στην εξοχή, στα μέρη που εκτρέφουν άλογα. Η Τζούλια θα ερχόταν πιο αργά ―είχε βάρδια στη ΜΕΘ― κι ήθελε να πάω εγώ πρώτος για να κόψω κίνηση. Πίστευε ότι η βραδιά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι ανώτερο του συνηθισμένου, γιατί θα έρχονταν διάφοροι τύποι που δεν τους ξέραμε καλά αλλά που μας είχαν πει γι’ αυτούς ότι θα τους συμπαθούσαμε. Βέβαια, οι διάφοροι «τύποι που θα τους συμπαθού­σαμε» αποδεικνύονταν συνήθως ερασιτέχνες ποιητές και βελονιστές. Κι όμως αυτό―και θα της το αναγνωρίζω πάντοτε― δεν εμπόδισε ποτέ την Τζούλια να αναζητά μια κοινωνική αλληλεπίδραση ανωτέρου επιπέδου, τη φύση της οποίας εγώ δεν κατα­λάβαινα πλήρως. Σε τούτες τις μαζώξεις οι δικοί μου στόχοι κατά κανόνα περιορίζονταν στο να κάνω τουλάχιστον ένα μετρίως έξυπνο σχόλιο και να μη χύσω τίποτα πάνω στο πουκάμισό μου.

Έβαλα τη διεύθυνση που μού ’χε δώσει η Τζούλια στο παμ­πάλαιο GPS του αυτοκινήτου μου κι έφτασα στην αυτόματη πύλη εισόδου στο σπίτι της οικογένειας της Άννα. Η αρχιτεκτονική που είχε επιλεγεί ήταν «κυνηγετικό καταφύγιο μοντέρνου στυλ» ― λουστραρισμένο ξύλο και λιτές, μινιμαλιστικές κατα­σκευές. Είχα δει παρόμοια κτίσματα σε ακριβά ξενοδοχεία υπανάπτυκτων χωρών όπου είχα πάει διακοπές με τους γονείς μου. Πάρκαρα μπροστά σε κάτι σχεδιασμένο να θυμίζει παλιό στάβλο κι άρχισα να γυροφέρνω το σπίτι, ψάχνον­τας να βρω την κύρια είσοδο.

Καθώς περνούσα μπροστά από ένα μακρόστενο παράθυρο, είδα από το πλάι το πρόσωπο μιας κοπέλας. Είχε το βλέμμα της προσηλωμένο σε κάτι που δεν μπορούσα να διακρίνω, και κουνούσε τα χείλη της πολύ ζωηρά. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της ήταν πιασμένα πρόχειρα σε κότσο. Ένα μολύβι, μάλλον, τα κρατούσε σε μια εύθραυστη ισορροπία. Στεκόταν ευθυτενής, με ίσιους τους ώμους, κι όμως έδειχνε χαλαρή, άνετη στην αυστηρότητά της. Ήταν μπροστά στον πάγκο της κουζίνας και κάτι ψιλόκοβε στην επιφάνεια κοπής. Κρατώ στο μυαλό μου σαν κάτι σημαντικό τη στιγμή που πρωτοείδα σαν φάντασμα τη Λέσλι, γιατί ήταν η μόνη φορά που την είδα ―κι η μόνη φορά που ποτέ θα τη δω― δίχως να γνωρίζω τίποτα για εκείνη. Σ’ αυτό το πρώτο παρατεταμένο κοίταγμα δε γινόταν να μην προσέξω ότι το λεπτεπίλεπτο φλοράλ φόρεμά της έδειχνε να μην τη χωράει· ότι τα δυνατά, ηλιοκαμμένα της χέρια και οι ώμοι της έμοιαζαν να ξεχειλίζουν απ’ αυτό. Το λαμπερό κόκκινο κραγιόν της ήταν πασαλειμμένο άτσαλα γύρω από το στόμα της. Έμοιαζε με άγριο πλάσμα που τό ’χανε χώσει βιαστικά κι όχι εντελώς συναινετικά σε κάτι που θύμιζε θερινή ενδυμασία κομψής δεσποινίδας απ’ το Νότο.

Την ώρα που η Άννα, η οποία καθόταν μπροστά απ’ το φούρνο, γύρισε κάτι να πει, με είδε να κοιτάζω απ’ το παρά­θυρο. Στιγμιαία τρόμαξε ―εκείνο τον καιρό είχα όψη Allman Brothers―, αλλά γρήγορα έδειξε ενθουσιασμό για την άφιξή μου, προσ­ποιητό ή μη. Ύψωσα το μπουκάλι με το κρασί και την μπαγκέτα, ανασήκωσα τα φρύδια κι έκανα με το στόμα: «Η πόρτα;» Η Άννα σχημάτισε έναν κύκλο στον αέρα με το δάχτυλο σαν τον E.T. τον εξωγήινο, θέλοντας να πει «κάνε το γύρο» ή «γύρνα πίσω στον πλανήτη σου», κάτι απ’ τα δύο. Μου φάνηκε ότι διέκρινα μια υποψία χαμόγελου απ’ την κοπέλα μπροστά απ’ την επιφάνεια κοπής. Συνέχισα στο μονοπατάκι και τελικά έφτασα σε μια μεγάλη πόρτα, διακοσμημένη μ’ ένα τεράστιο μεταλλικό ρόπτρο. Κάμποση ώρα αργότερα εμφανίστηκε η Άννα αναφωνώντας «Καλώς τον». Και μπήκα.

Η Άννα είχε εντυπωσιακά, σπαστά μαλλιά και ήταν σε ανησυχητικό βαθμό αδύνατη. Είχε πρόσωπο αγγελικό, με φουσκωμένα χείλη και ρουφηχτά μάγουλα που υπόσχονταν μυστικά ακατάλληλα για ανηλίκους. Είχε μεγαλώσει σ’ εκείνα τα μέρη, κι είχε επιστρέψει πρόσφατα για άγνωστους λόγους, που πιθανώς συνδέονταν με τη σύλληψη ενός πρώην της για διακίνηση συνταγογραφούμενων χαπιών. Εξέπεμπε εκείνη τη θετική ενέργεια που υποδηλώνει μετά βίας καταπιεσμένη οργή.

«Είσαι μόλις ο δεύτερος!» είπε. «Οι άλλοι έχουν μια μάλλον χαλαρή αντίληψη του τι σημαίνει “ραντεβού στις εφτά”».

«Ευχαριστώ για την πρόσκληση» είπα. Κοίταζα τους τοίχους με την ξύλινη επένδυση και τους παρδαλούς, πιθανότατα αυθεντικούς, ιμπρεσιονιστικούς πίνακες που ήταν τοποθετημένοι και φωτισμένοι με ακρίβεια επιπέδου γκαλερί.

«Συγγνώμη, ποιανού είναι αυτό το σπίτι; Του Μπρους ­Γουέιν;» είπα.

«Ο μπαμπάς ήταν ξυλουργός» είπε η Άννα, μιλώντας ξαφνικά πολύ σιγανά. «Αλλά ο παππούς δούλευε στην Dow Chemical». Αν είναι νά ’σαι πλούσιος, καλύτερα να ξέρεις από πού βαστά η σκούφια σου.

«Ποιος άλλος θά ’ρθει;» ρώτησα, καθώς προχωρούσαμε σ’ ένα διάδρομο διακοσμημένο απ’ άκρη σ’ άκρη με αφρικανικές μάσκες.

«Ε, η Λουσία και μάλλον ο καινούργιος της γκόμενος, ο Χέρμαν» είπε η Άννα. «Ξέρω, είπα “όχι ζευγάρια”, αλλά πρέπει να τά ’φτιαξαν στο ενδιάμεσο, και τους είχα ήδη καλέσει και τους δύο ξεχωριστά. Εντάξει, αυτό δεν είναι τελείως αλήθεια, αλλά τέλος πάντων. Συμβαίνουν αυτά. Είναι ωραίος τύπος. Θα έρθει κι η Μόλι Τσανγκ. Την ξέρεις; Α, και νά τη! Από ’δώ η Λέσλι, από ’δώ ο Πίτερ».

Απ’ το παράθυρο δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο ψηλή ήταν ― σχεδόν ένα ογδονταπέντε, όταν εγώ με το ζόρι έφτανα το ένα ογδόντα, συν τα μαλλιά. Όταν γύρισε να με κοιτάξει, είχε ένα ευγενικό χαμόγελο του τύπου «χάρηκα για τη γνωριμία», αλλά το στόμα της σοβάρεψε σχεδόν αμέσως, σαν να της ήρθε στο μυαλό κάτι σημαντικό που όμως δεν ήταν σίγουρη αν έπρεπε να το πει ή όχι. Η άφιξή μου έμοιαζε να της προκαλεί ανησυχία.

«Πώς πάει;» είπε.

Μου έσφιξε δυνατά το χέρι, με τον αγκώνα σε τέλεια ορθή γωνία. Ο πατέρας μου θα είχε ενθουσιαστεί, θα την είχε ρωτήσει τι δουλειά κάνανε οι γονείς της.

«Βασικά προσπαθώ ν’ αποφασίσω ποιον πίνακα να κλέψω» είπα εγώ.

«Κοίτα, πρέπει να λάβεις υπ’ όψη όχι μόνο την καθαρή αξία αλλά και πόσο εύκολο θα είναι να τον σπρώξεις στην αγορά» είπε η Λέσλι. «Δεν έχει νόημα να κλέψεις κάτι, άμα δεν μπορείς μετά να το πουλήσεις. Έτσι έχω διαβάσει τουλάχιστον».

«Κι άμα τον θέλω απλά για το σπίτι μου;» είπα. «Έτσι, από αγάπη για την τέχνη που λένε».

«Πιτ, νά σου πω, μήπως να έκανες κάτι χρήσιμο αντί να κοιτάς πώς θα κλέψεις τα πράματα της μάνας μου;» είπε η Άννα. «Βάλε μας λίγο κρασί και κόψε την μπαγκέτα».

Η Λέσλι μού χαμογέλασε, μ’ εκείνο το όλο δόντια χαμόγελο, κι αυτό πρέπει να ήταν το πρώτο διστακτικό της βήμα στην άβυσσο της υπόλοιπης ζωής μου. ΄Η τέλος πάντων, πείτε το όπως θέλετε. Έρωτας. Η Λέσλι συνέχισε να ψιλοκόβει, κι εγώ υπάκουσα στην εντολή.

«Οπότε; Έχεις έρθει απλά βόλτα στη Βιρτζίνια;» ρώτησα απ’ την απέναντι πλευρά του μαρμάρινου πάγκου.

«Ναι, κανονικά μένω στο Ώστιν» είπε. «Θεωρητικά. Η αλήθεια είναι ότι είμαι σε μια φάση πέρα-δώθε. Η θεία μου μένει στη Λουίζα, οπότε σκέφτηκα νά ’ρθω να βγάλω λίγη δουλειά. Εννοείται ότι την περισσότερη μέρα τη βγάζω ξάπλα στο γρασίδι, ν’ αναρωτιέμαι αν ίδρωσα ή όχι, αλλά οκέι, κατάλαβες. Είναι μια αρχή».

«Οπότε, ε… δουλεύεις απ’ το σπίτι;»

«Ναι ναι, κοπρόσκυλο» είπε. «Όπως κι εσύ, απ’ ό,τι ακούω».

Κατάλαβα ότι ήθελε να πει πως ήταν συγγραφέας.

«Την πληρώνουν να γράψει ένα σενάριο» πετάχτηκε η Άννα. «Γι’ αυτό μπορεί και κάνει ό,τι γουστάρει».

«Πιο ακριβές θα ήταν: με προτρέπουν παρά με πληρώνουν» είπε η Λέσλι. «Απλά βοηθάω κάτι φίλους. Αλλά η κατά νόμον, πώς το λένε, σύζυγός μου είναι η πεζογραφία».

«Γαμάτο» είπα. Ήταν η στάνταρ απάντηση που έδινα όταν κάποιος μου έλεγε τι κάνει στη ζωή του.

«Θα δείξει» είπε. «Κάπως έχει συνέλθει ο εγκέφαλός μου τώρα που λείπω λίγες μέρες απ’ το Τέξας. Το Ώστιν το ξέρεις; Είναι σαν να σε γαμάνε μέρα-νύχτα σε σάουνα».

«Ζέστη ε;» είπα.

«Ναι».

Οι υπόλοιποι καλεσμένοι έφτασαν στριμωγμένοι σ’ ένα αμάξι λίγο αργότερα. Γέμισα κρασί τα ποτήρια ―το μόνο πράγμα σε σχέση με το «φαγητό» που ήξερα να κάνω― κι έκατσα να παρατηρώ τον κόσμο που έφτανε. Η Λουσία ήταν βοη­θός αρχιτέκτονα τη μέρα, τραγουδίστρια σε ντουέτο μελαγχολικής μουσικής τη νύχτα. Η Μόλι ήταν μια υπερδραστήρια σινεφίλ και η μοναδική Ασιάτισσα στην τοπική καλλιτεχνική σκηνή, όπου κατείχε ένα μέτριας σπουδαιότητας διοικητικό πόστο. Τον Χέρμαν δεν τον ήξερα ― έδειχνε νά ’ναι ένας μάλλον άχρωμος τύπος, αδύνατος με γκρίζα γενειάδα, μπυροκοιλιά και θλιμμένα μάτια. Αποκτούσε ενδιαφέρον μονάχα στο βαθμό που μια ενδιαφέρουσα γυναίκα έμοιαζε να του δίνει αξία, που είναι το καλύτερο που μπορείς να πεις για τους περισσότερους άντρες.

Στεκόμουν όρθιος δίπλα στο ψωμί που τό ’χα κόψει όπως νά ’ναι κι έμεινα ν’ ακούω τη Μόλι να μου μιλάει.

«Υπό μια έννοια, ευτυχώς που δεν έχουμε πια σι­νεμά που να παίζει ταινίες τού ―και καλά― ανεξάρτητου κινηματογράφου» είπε. «Θέλω να πω, δεν υπάρχει πιο αυτάρεσκη μαλακία στον κόσμο. Θα προτιμούσα να δω, ξέρω ’γώ, τον Νίκολας ­Κέιτζ να πρωταγωνιστεί στη μεταφορά του Nash Bridges στη μεγάλη οθόνη, παρά να κάθομαι να βλέπω ενήλικα λευκά αδέρφια, μισοχαρούμενα-μισοθλιμμένα, να πενθούν για το θάνατο των γκέι λευκών γονιών τους. Ντάξει, να μεγαλώνεις είναι δύσ­κολο, το καταλάβαμε, ειδικά εάν ανήκεις στην ανώτερη μεσαία τάξη και κερατώνεις τον άντρα σου κι ο λευκός γκέι μπαμπάς σου έχει άνοια, αλλά, ντάξει, ας σοβαρευτούμε λιγάκι. Νομίζω πως θα μπορέσουμε ν’ αντέξουμε και χωρίς αυτό. Κι αν όχι, τι να πω, πάμε στο Ρίτσμοντ».

«Ακόμα δεν έχω πάει σ’ εκείνο το ντράιβ-ιν» είπα.

«Είναι πραγματικά γαμάτο, αρκεί να σ’ αρέσει ο Βράχος» είπε η Μόλι. «Κυριολεκτικά, δεν παίζει ταινίες άμα δεν πρωταγωνιστεί σ’ αυτές ο Ντουέιν Τζόνσον ο Βράχος. Αλλά δεν ξέρω, τώρα τελευταία με ψήνουν πολύ ταινίες όπου οι πρωτα­γωνιστές προσπαθούν να καταφέρουν κάτι, να θριαμβεύσουν, φάση ταινίες με θέμα συναυλίες ή σπορ. Αλλά σπορ υψηλών επιδόσεων, όπου οι ηθοποιοί πρέπει πραγματικά να τα κάνουν όλα οι ίδιοι, κανονικά. Έχεις δει τον Πρωταθλητή του Ιλίγγου με τον Ρόμπερντ Ρέντφορντ σε ρόλο σκιέρ;»

«Νομίζω ότι αυτό το έγραψε ο Τζέιμς Σάλτερ» είπα.

«Τις ταινίες δεν τις γράφουν!» δήλωσε η Μόλι λήγοντας τη συζήτηση.

Τέλειωσα το κρασί μου κι έβαλα άλλο ένα. Το απολάμβανα που η Μόλι έμπαινε στη συζήτηση σαν οπλοπολυβόλο, αλλά ήξερα ότι την Τζούλια θα την ενοχλούσε, αν ποτέ ερχόταν. Δεν ένιωθε ν’ απειλείται από γυναίκες σαν τη Μόλι, τουλάχιστον έτσι δήλωνε, αλλά γρήγορα έβγαζε το συμπέρασμα ότι ήταν επιφανειακές κι ενοχλητικές. Για μένα, αυτά τα δυο χαρακτηριστικά από μόνα τους δεν ήταν και τόσο πρόβλημα ― οι πιο πολλοί απ’ τους κολλητούς μου φίλους ήταν και επιφανειακοί και ενοχλητικοί. Πολλές από τις προτιμήσεις μας όσον αφορά τις συζητήσεις εξαρτώνταν από το φύλο του συνομιλητή μας. Η Τζούλια δεν είχε πρόβλημα να κουβεντιάζει με άνδρες που τό ’παιζαν διανοούμενοι, όσο φαντασμένοι και να ήταν, αρκεί να ήξεραν πράγματα για τα οποία εκείνη ήθελε να μάθει. Εγώ πάλι θα προτιμούσα ν’ αρχίσω να δαγκώνω το χέρι μου μέχρι να το φάω παρά να κάτσω σ’ ένα τραπέζι και ν’ ακούω να μου μιλάει αφ’ υψηλού κάποιο μαλακισμένο που δουλεύει το διδακτορικό του. Τις προτιμήσεις σου δεν τις ελέγχεις ― εννοώ τις αληθινές σου προτιμήσεις.

Την ώρα του φαγητού φρόντισα να στέκομαι πίσω από τη Λέσλι καθώς πηγαίναμε προς την τραπεζαρία, πράγμα που απαιτούσε να σπρώχνω ανεπαίσθητα με τον αγκώνα μου την Άννα για να τη βγάλω απ’ τη μέση. Τα κατάφερα. Κάθησα ακριβώς δίπλα στη Λέσλι, στα δεξιά της, με τον Χέρμαν απέ­ναντι. Εννοείται ότι ο Χέρμαν, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δε μού ’χε απευθύνει κουβέντα, στράφηκε προς το μέρος μου με το που κάτσαμε και μού ’πιασε την πάρλα.

«Ξέρεις, είμαι συγγραφέας» είπε γέρνοντας προς τη μεριά μου για να βεβαιωθεί ότι τον άκουγε κι η Λέσλι. «Διαβάζεις Στίβεν Κινγκ;»

«Ώπα, φίλε, κάτσε. Εσύ είσαι ο Στίβεν Κινγκ;» είπε η Λέσλι.

«Όχι, εκείνος ζει στο Μέιν» είπε ο Χέρμαν απτόητος. «Όλα του τα βιβλία έχουν σχέση με το Μέιν, τέλος πάντων τα περισσότερα. Θέλω να γίνω κάπως σαν τον Στίβεν Κινγκ του Μέιν. Της Βιρτζίνια, θέλω να πω».

«Δηλαδή γράφεις βιβλία τρόμου;» είπα.

«Κοίτα…» Το σκέφτηκε λίγο. «Ναι, υποθέτω μπορείς να το πεις κι έτσι, αν και θα πρέπει να σου πω ότι, βασικά, του Κινγκ δεν του αρέσει πια να τον αποκαλούν συγγραφέα τρόμου. Είναι κάπως υποτιμητικό, λες και το μόνο που προσπαθεί να κάνει είναι, ξέρω ’γώ, να τρομάξει το κοινό. Προτιμώ να χαρακτηρίζω τη δουλειά μας, τη δική του και τη δική μου, ιστορίες θάμβους και δέους».

«Ωραίο λογοτεχνικό είδος» είπε η Λέσλι. «Μπορείς να χωρέσεις πολλά εκεί μέσα».

«Τη Βίβλο, το Μόγλη, τη Λάμψη…» είπα.

«Αυτό ήταν κακία, σωστά;» είπε εκείνος.

Η Λέσλι έβαλε το χέρι της απαλά πάνω στον ώμο μου. «Νομίζω ότι αυτός εδώ ο κύριος περνιέται για πολύ ψαγμένος τύπος».

«Ισχύει» είπα. «Διαβάζω μόνο βιβλία που δεν έχουν πλοκή».

«Γιατί δεν εγκαταλείπεις τις λέξεις συνολικά;» είπε η Λέσλι. «Αφοσιώσου στα ψυχρά παράδοξα της ζωής. Χέρμαν, ισχύει αυτό που έλεγε η Λουσία, ότι ασχολείσαι με το σχεδιασμό εξωτερικών χώρων ― όταν δε θαμβώνεις το αναγνωστικό κοινό;»

«Ναι, βασικά, για βιοπορισμό» είπε. «Ξεκινάω κι ένα φορτηγάκι με στριτ-φουντ. Φιούζιον ασιάτικης με μεξικάνικη κουζίνα».

«Άψογα» είπε η Λέσλι. Είχε φωνή βαθιά και καθαρή, όχι βραχνιασμένη απ’ το τσιγάρο, νομίζω, αλλά σε τόνο πιο σκοτεινό σε σχέση με τις περισσότερες γυναίκες που γνώριζα. Το τεχνητό ημίφως της τραπεζαρίας τόνιζε τις σκληρές γραμμές και τις γωνίες του προσώπου και των ώμων της, όπως σ’ εκείνους τους υπέροχα διεστραμμένους πίνακες του Μπαλτίς με γυναίκες και γάτες.

«Όποτε θέλετε μπορείτε να σερβιριστείτε» είπε η Άννα με ύφος καλής οικοδέσποινας απ’ το Νότο. Η άλλη πλευρά του τραπεζιού είχε ήδη γεμίσει τα πιάτα της όσο εμείς κουβεντιάζαμε, οπότε σηκωθήκαμε να σερβιριστούμε απ’ την κατσαρόλα η οποία μύριζε σούπα γκάμπο, προσθέτοντας πράσινη σαλάτα και κάτι βραστά λαχανικά που είχαν ξεμείνει στις σχεδόν αδεια­νές γαβάθες. Έμεινα κοντά στη Λέσλι, θαυμάζοντας το λαιμό της από πίσω και τις τούφες από μαύρα μαλλιά που ατημέλητα τον μισοέκρυβαν.

Όταν όλοι ξανακάθησαν στο τραπέζι, η Άννα εξήγησε πώς είχαν γνωριστεί με τη Λέσλι.

«Ήμουν εκείνο τον καιρό στη Νέα Υόρκη, δούλευα ασκούμενη στο City Mag» είπε η Άννα. «Την είχα βοηθήσει να βρει δημοσιογραφικές προσκλήσεις για την Εβδομάδα Μόδας. Εννοείται πως καμιά απ’ τις δυο μας δεν είχε ιδέα τι ήταν αυτό το πράγμα».

«Δούλευα κι εγώ παλιά στη Νέα Υόρκη» είπα. «Μπορεί να συμπέσαμε σε κάποια πάρτι».

«Σε ποια; Στα κακά πάρτι;» είπε.

«Γιατί, υπάρχουν κι άλλου είδους;»

«Δεν ξαναπάω με τίποτα εκεί πέρα» είπε η Άννα. «Ούτε για βόλτα».

«Νομίζω κάπου διάβασα ότι το Μπρούκλιν αρχίζει και γίνεται κουλ» είπε η Λέσλι. «Μήπως να βιαστείς να βρεις σπίτι πριν γίνουνε όλα απλησίαστα;»

Αλλάξαμε θέμα. Αρχικά μιλήσαμε για τους σούπερ-ήρωες που άρεσαν στα παιδιά του Χέρμαν κι ύστερα για την επικείμενη εμφάνιση της Λουσία στο ανατριχιαστικό φεστιβάλ της «Ημέρας των Ιδρυτών» που εκείνη τη χρονιά θα είχε για θέμα του την «καινοτομία».

«Πρέπει λέει να δώσουμε πληροφορίες για τη μουσική μας, που θα τις περάσουν στην εφαρμογή του φεστιβάλ για τα κινητά» είπε. «Θέλουν, ξέρω ’γώ, να μπορεί ο κόσμος να ψάχνει στο κινητό του πράγματα για μας μέσω της εφαρμογής, την ώρα που θα παίζουμε».

«Αν απεχθάνεστε την αδιαμεσολάβητη ζωντανή μουσική, τότε αυτό το πράγμα θα το λατρέψετε!» είπε η Λέσλι.

«Ακριβώς. Δε λέω ότι δικαιούμαστε την απόλυτη προσοχή του κοινού. Ίσως και να τους αρέσουμε περισσότερο, αν ταυτόχρονα χαζεύουν στα κινητά τους τσόντες με καρτούν, ξέρω ’γώ, ή κάτι τέτοιo».

«Κι εγώ στο κινητό μου συνήθως τέτοια κοιτάω» είπα. «Ή, τέλος πάντων, τέτοια ψάχνω».

«Και τι λέει γι’ αυτό η Τζούλιά σου;» είπε η Λέσλι. Η Τζούλιά μου.

«Έχει συμφιλιωθεί με την ιδέα» είπα. «Πιστεύουμε… πώς το λένε… στα ανοιχτά σύνορα. Σαν τον Ομπάμα».

«Έχεις νέα της;» ρώτησε η Άννα. «Θα καταφέρει να έρθει;»

«Όχι, δεν επικοινώνησε ακόμα» είπα, και συνειδητοποίησα ότι είχα αφήσει ψιλοεπίτηδες το κινητό μου στην κουζίνα. Όπως πολύς κόσμος τώρα τελευταία, είχα αρχίσει να προσπαθώ να μην τσεκάρω το κινητό μου κάθε δέκα δευτερόλεπτα. Φυσικά, κάποιος φροϋδικός θα έλεγε, υποθέτω, ότι το κινητό μου ήταν ο πούτσος μου κι ότι το άφησα στο διπλανό δωμάτιο επειδή ήθελα να γαμήσω τη Λέσλι αλλά δεν τολμούσα να το παραδεχτώ. Υποθέσεις κάνω.

Πήγα στην κουζίνα και βρήκα το κινητό πάνω στον πάγκο. Τρία μηνύματα ―«μου λες πάλι λίγο τη διεύθυνση;» «ισχύει ακόμα το πάρτι;» «πού είσαι;»― και δύο αναπάντητες κλήσεις από την Τζούλια. Της τηλεφώνησα. Ευτυχώς δεν ήταν τσαντισμένη, ή τουλάχιστον δεν ακουγόταν τσαντισμένη. Βασικά, είπε, είχε μόλις βγει απ’ το ντους κι ήταν έτοιμη να παρτάρει. Αναρωτήθηκα αν ακουγόμουν όσο ένοχος αισθανόμουν. Μάλλον όχι, μιας κι ήταν αδύνατο να γνωρίζει ότι την απροσεξία μου την είχε προκαλέσει το γεγονός ότι είχα αρχίσει να ερωτεύο­μαι μια έξυπνη και πέρα απ’ τα συνηθισμένα όμορφη γυναίκα. Δε μου συνέβαινε και συχνά, άλλωστε.

Δήλωσα στην ομήγυρη ότι η Τζούλια ήταν στο δρόμο κι έπρεπε να κρατήσουμε ζωντανή τη βραδιά. Η Άννα με διαβεβαίωσε πως δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας ― σχεδίαζε είτε να παίξουμε κάποιο επιτραπέζιο είτε να το ρίξουμε στο χορό. Δεν εξέφρασα προτίμηση, αλλά έκανα μέσα μου μια προσευχή να μην περάσουμε τη βραδιά με επιτραπέζια. Και εγώ και η Τζούλια νιώθαμε εξίσου αμήχανα με την επιστροφή της γενιάς μας στις οργανωμένες συλλογικές ψυχαγωγικές δραστηριότητες.

Η Άννα σέρβιρε κέικ με φρούτα και καφέ. Δεν ξέρω πόσους είχε υποδουλώσει ή δολοφονήσει η οικογένειά της, πάντως ήταν θαυμάσια οικοδέσποινα. Για να μη χάσω την ευκαιρία, μιας κι η Τζούλια θα ’ρχόταν όπου νά ’ναι, φρόντισα με μερικές ύπουλες ερωτήσεις να μαζέψω πληροφορίες.

«Να υποθέσω ότι στο Τέξας κάτι παίζει;» είπα.

«Το δείχνει το νεκρό μου βλέμμα;» είπε η Λέσλι. «Από κει το κατάλαβες;»

«Μοιάζει να κουβαλάς ένα ψυχικό βάρος που δε θα ταίριαζε σε άνθρωπο χωρίς δεσμεύσεις».

«Όχι, όχι, εξακολουθώ να μην κάνω καμία δέσμευση» είπε. «Ενδεχομένως να τό ’χω τερματίσει. Και βασικά αυτό δεν είναι άσχετο με τον ερχομό μου εδώ πέρα. Ειλικρινά όμως, δε μου είναι ευχάριστο θέμα για κουβεντούλα».

«Α, με συγχωρείς» είπα.

«Όχι, ντάξει, μη φανταστείς τίποτα τραγικό. Περνάμε με τον αρραβωνιαστικό μου την κλασική σκατοφάση όπου κοιτάμε να δούμε τι θα κάνουμε. Κι εγώ βασικά γίνομαι μια τεράστια μπέμπα και κρύβομαι. Βασικά, εν μέρει επειδή έχω όλες αυτές τις κωλοδουλειές που πρέπει να ολοκληρώσω, αλλά κυρίως απλά επειδή κάνω την μπέμπα».

«Δε θά ’ταν και τόσο κακή ιδέα να πάρεις λίγο χρόνο να σκεφτείς» είπα, έχοντας αν μη τι άλλο το ελαφρυντικό ότι έλεγα αλήθεια.

«Το ξέρω. Απλά έχει φρικάρει που εγώ φρίκαρα. Όταν η αρραβωνιαστικιά σου θέλει να περάσει μερικούς μήνες μακριά από σένα, και ταυτόχρονα είναι μια κυκλοθυμική Καθολική Αρμένισσα, τότε αναγκάζεσαι να συμβιβαστείς με το ενδεχόμενο τα πράγματα να μην εξελιχθούν και τόσο καλά στο τέλος».

«Ναι. Ελπίζω, ό,τι κι αν είναι αυτό που θέλεις να συμβεί, να συμβεί» είπα. «Είθε ο δρόμος ο σωστός ν’ ακολουθεί τα βήματά σου».

«Τι όμορφα λόγια!» είπε. «Πρέπει νά ’σαι πραγματικά καλός συγγραφέας».

 

 

Την ώρα που έφτασε η Τζούλια είχαμε όλοι εγκατασταθεί στο καθιστικό, αράζοντας στα έπιπλα και στο πάτωμα. Ούτε επιτραπέζια παίζαμε ούτε χορεύαμε. Μπήκε στο δωμάτιο με τα χέρια υψωμένα σαν πυγμάχος, κερδίζοντας το γενικό χειροκρότημα. Σηκώθηκα απ’ τη θέση μου στο πάτωμα, δίπλα στη Λέσλι, κι έδωσα στην Τζούλια ένα φιλί.

«Τα κατάφερες!» είπα.

«Πού είναι το ποτό μου;» είπε. «Απαιτώ τεκίλα. Τώρα!»

«Μωρό μου, δεν είναι τέτοιο πάρτι».

«Δεν άκουσες τι είπα;» είπε. «Τεκίλα!»

«Ίσως έχουμε λίγο αλκοόλ στην κάβα» είπε η Άννα.

«Όχι, όχι, πλάκα κάνω» είπε η Τζούλια. «Βέβαια, ένα ποτάκι θα τό ’πινα».

«Σου φέρνω ένα ποτήρι απ’ το κρασί που κουβάλησα» είπα. «Είναι η τεκίλα των Κιάντι».

«Κι εγώ;» είπε η Λέσλι. Σήκωσε ψηλά το ποτήρι της χωρίς να σηκωθεί. Γύρισα και το πήρα.

«Καινούργια φίλη!» είπε η Τζούλια, με μια υποψία αιχμής που μόνο εγώ μπορούσα ν’ αντιληφθώ. Γέμισα τα ποτήρια τους στην κουζίνα και κοίταξα το κινητό μου. Με το που έβαλα το κινητό στην τσέπη συνειδητοποίησα ότι, χωρίς καμιά λογική, ήλπιζα μέσα μου πως θα μου είχε στείλει μήνυμα η Λέσλι.

Στο καθιστικό, η Τζούλια είχε πάρει τη θέση μου στο πάτωμα. Αυτή κι η Λέσλι έδειχναν να έχουν από ώρα απορροφηθεί σε μια συζήτηση. Τους έδωσα τα κρασιά τους κι έκατσα στον καναπέ πίσω τους. Φυσικά, είχα ξεχάσει να βάλω σ’ εμένα ποτό.

«Δεν είναι τέλειο να έχεις κάποιον να κάνει πράγματα για σένα;» είπε η Λέσλι. Τράβηξε μια γερή γουλιά απ’ το κρασί της.

«Καλά είναι» είπε η Τζούλια. «Βέβαια, δεν αποτελεί αξιόπιστη λύση».

«Οπότε τώρα κάνεις αιτήσεις για… πώς το λένε, για ειδικότητα;» ρώτησε η Άννα την Τζούλια.

«Ναι, στο περίπου» είπε η Τζούλια. «Δεν τρελαίνομαι κιόλας. Τεμπέλικα».

«Σωστά, είσαι τόσο τεμπέλα» είπε η Μόλι. «Η καημένη η μάνα μου, αν μπορούσε, θα σε υιοθετούσε εδώ και τώρα. Ακόμα ρωτάει γιατί δεν κάνω αίτηση για ιατρική, κάθε φορά που γυρίζω σπίτι. Κι εγώ είμαι σε φάση, μαμά, είμαι τριάντα χρονών και το μόνο που θέλω είναι να βλέπω ταινίες και να κάνω αιτήσεις για υποτροφίες για να μπορώ να βλέπω κι άλλες ταινίες. Αφοσιώσου στο άλλο πλάσμα που έφερες με το ζόρι στη ζωή».

«Για φοιτήτρια ιατρικής θεωρούμαι ακραία τεμπέλα» είπε η Τζούλια. «Στον ελεύθερο χρόνο μου, αντί να συμμετέχω σε μαζοχιστικούς αγώνες με φυσικά εμπόδια, διαβάζω μυθιστορήματα».

«Σε θαυμάζω που θες να γίνεις γιατρός» είπε η Λέσλι. «Πολύ θα μ’ άρεσε να ήθελα κι εγώ να βοηθάω τους ανθρώπους».

«Μην ανησυχείς, κατά βάση πρόκειται για εγωιστική σταυροφορία» είπε η Τζούλια. «Ως ποιήτρια, είμαι υποχρεωμένη να νοιάζομαι για τον εαυτό μου τουλάχιστον δυο φορές περισσότερο απ’ όσο νοιάζομαι για οποιοδήποτε άλλο πλάσμα».

«Μ’ εξαίρεση την Κίκι» είπα. Η Κίκι ήταν το σκυλί μας, ένα μαυροκαφέ λυκόσκυλο, διασταύρωση με κόλεϊ ή κάτι τέτοιο, το μόνο πλάσμα στον κόσμο με το οποίο και οι δύο είχαμε μια απολύτως ειλικρινή, άδολη σχέση.

«Εσύ αγαπάς την Κίκι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο» είπε. «Εγώ εξακολουθώ να τρέφω μια ελαφρά προτίμηση προς τον εαυτό μου».

Ερωτευόμουν την Τζούλια ξανά από την αρχή όποτε έκανε τέτοιες δηλώσεις, αλλά και σχεδόν όλες τις άλλες ώρες. Είχαμε περάσει μαζί πέντε χρόνια και ήμασταν στη φάση όπου κι οι δυο θεωρούσαμε, δίχως να το δηλώνουμε ανοιχτά, ότι θα συνε­χίζαμε μαζί την υπόλοιπη ζωή μας, η οποία αναπόφευκτα θα γινόταν όλο και πιο περίπλοκη στο εξής. Κανείς μας δεν είχε ακριβώς την προσδοκία ότι δε θα πηδιόταν ποτέ ξανά με άλλο άτομο (και θεωρητικά τουλάχιστον είχαμε συμφωνήσει ότι, αν ο ένας από μας τύχαινε να κάνει κάτι τέτοιο στο εγγύς μέλλον, θα ήταν μάλλον καλύτερο να μην το αναφέρει στον άλλο). Θεω­ρούσα, ωστόσο, ότι η σχέση μας ίσως ήταν ικανή ν’ αντέξει ακόμα και κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι, αν μη τι άλλο, ήμασταν διανοητικά συμβατοί. Εδώ είναι μάλλον η κατάλληλη στιγμή ν’ αναφέρω ότι δεν είχα ενδιαφερθεί να μάθω το οτιδήποτε σχετικά με την πορεία της Τζούλια στην ιατρική ― οι γνώσεις μου περιορίζονταν στο σε ποια πτέρυγα του νοσοκομείου δούλευε κάθε φορά.

«Πήρατε σκυλί για εξάσκηση για όταν θα κάνετε παιδί;» ρώτησε η Μόλι.

«Εννοείται» είπα.

«Το ξέρω ότι κάνεις πλάκα, εντάξει;» είπε η Μόλι. «Αλλά μου τη σπάει τρομερά όταν το κάνουν αυτό».

«Λοιπόν, παιδιά, έχουμε δύο επιλογές» είπε η Άννα. «Ή Celebrity ή Cards Against Humanity; Υπ’ όψιν, έχω τρεις πάκους με έξτρα κάρτες για το Cards».

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ
Το καλάθι σας είναι άδειο!
Έξοδα Αποστολής
ΔΩΡΕΑΝ
Σύνολο
0,00
0