fbpx
€14,00  €12,60

Ναουάλ Αλ Σααντάουι

ΦΙΡΝΤΑΟΥΣ

Μετάφραση: Ελένη Καπετανάκη

ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

 

Η γυναίκα αυτή είναι αληθινή, με σάρκα και οστά. Τη συνάντησα πριν μερικά χρόνια στη φυλακή αλ Κανάτιρ. Εκείνο τον καιρό έκανα μια έρευνα με θέμα την ψυχολογία των φυλακισμένων γυναικών, γυναικών που είχαν καταδικαστεί ή ήταν υπόδικες για διάφορα εγκλήματα.

Ο γιατρός της φυλακής μού είπε πως η γυναίκα αυτή είχε σκοτώσει έναν άντρα και είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Ωστόσο, δεν έμοιαζε καθόλου με τις άλλες δολοφόνους που κρατούνταν στη φυλακή του. Ήταν μια προσωπικότητα εντελώς διαφορετική. Δε θα συναντούσα, είπε, καμία γυναίκα σαν αυτή, μέσα ή έξω απ’ τη φυλακή. Η γυναίκα αρνιόταν τις συναντήσεις, δε δεχόταν επισκέπτες, έτρωγε σπάνια, κοιμόταν μονάχα το ξημέρωμα.

Υπήρχαν φορές που η δεσμοφύλακας την έβλεπε να κάθεται αφηρημένη ατενίζοντας το κενό ώρες ολόκληρες. Μια μέρα ζήτησε χαρτί και μολύβι και πέρασε πολλές ώρες σκυμμένη πάνω από εκείνο το χαρτί. Η δεσμοφύλακας δεν ήξερε αν έγραφε σε κάποιον. Μπορεί και να μην έγραφε τίποτα.

― Θα δεχτεί να με συναντήσει; ρώτησα το γιατρό της φυλακής.

― Θα προσπαθήσω να την πείσω να κάτσει μαζί σου λίγη ώρα. Ίσως συμφωνήσει σε περίπτωση που μάθει πως είσαι ψυχίατρος κι όχι κάποια από τις βοηθούς του Εισαγγελέα. Αρνήθηκε ν’ απαντήσει σ’ οποιαδήποτε ερώτηση. Αρνήθηκε ακόμα και να υπογράψει αίτηση χάριτος προς τον Πρόεδρο της χώρας προκειμένου να μετατραπεί η ποινή της από θανατική σε ισόβια.

― Ποιος συνέταξε το κείμενο της αίτησης;

― Εγώ. Γιατί, μά την αλήθεια, δεν τη θεωρώ δολοφόνο. Αν έβλεπες την όψη της, τα μάτια της, δε θα μπορούσες να διανοηθείς πως αυτή η ευγενική γυναίκα θα μπορούσε ποτέ να σκοτώσει.

― Ποιος είπε πως οι ευγενικοί άνθρωποι δε σκοτώνουν;

Μου έριξε έκπληκτος μια γρήγορη ματιά στο πρόσωπο. Μετά γέλασε νευρικά και είπε:

― Γιατί; Έχεις εσύ σκοτώσει κανέναν;

― Γιατί; Είμαι εγώ ευγενική γυναίκα;

Στράφηκε προς την άλλη μεριά, έδειξε ένα μικρό παράθυρο και είπε:

― Εκείνο εκεί είναι το παράθυρο του κελιού της. Θα δοκιμάσω να την πείσω να σε δει.

Ο γιατρός επέστρεψε μόνος. Η Φιρντάους είχε αρνηθεί να με συναντήσει.

Εκείνη τη μέρα ήταν να εξετάσω κι άλλες κρατούμενες, μα μπήκα στ’ αυτοκίνητό μου κι έφυγα.

Στο σπίτι δεν ήμουν σε θέση να κάνω τις δουλειές μου. Έπρεπε να κάνω τις διορθώσεις στο τελευταίο μου βιβλίο, αλλά το μυαλό μου ήταν ανίκανο να συγκεντρωθεί σ’ οτιδήποτε άλλο πέρα από κείνη τη γυναίκα με τ’ όνομα «Φιρντάους», που σε δέκα μέρες θα την εκτελούσαν.

Νωρίς το πρωί της επόμενης μέρας βρέθηκα πάλι έξω απ’ τη φυλακή. Ο γιατρός δεν είχε έρθει ακόμα και ζήτησα απ’ τη δεσμοφύλακα να μ’ αφήσει να δω τη Φιρντάους.

― Ανώφελο, γιατρέ μου. Αποκλείεται να σε συναντήσει.

― Γιατί;

― Σε λίγες μέρες θα την πάνε στην κρεμάλα. Τι μπορεί να θέλει από σένα ή απ’ οποιονδήποτε άλλον; Αφήστε τη γυναίκα ήσυχη!

Η δεσμοφύλακας μίλησε θυμωμένα. Μου έριξε ένα οργισμένο βλέμμα, λες κι εγώ ήμουν εκείνη που σε λίγες μέρες θα την εκτελούσε.

― Δεν έχω την παραμικρή σχέση με τους υπεύθυνους είτε μέσα είτε έξω απ’ τη φυλακή.

― Όλοι το ίδιο λένε, απάντησε οργισμένα.

― Γιατί έχεις τόσο θυμό; Πιστεύεις ότι η Φιρντάους είναι αθώα, ότι δε σκότωσε;

Ο θυμός της μεγάλωσε κι είπε:

― Είτε σκότωσε είτε όχι, είναι αθώα, δεν αξίζει την αγχόνη. Αυτούς πρέπει να κρεμάσουν.

― Τους ποιους;


Με κοίταξε καχύποπτα και είπε:

― Εσύ ποια είσαι; Μήπως σ’ έστειλαν «αυτοί»;


― Ποιοι είναι οι «αυτοί»;


Έριξε μια ματιά τριγύρω, επιφυλακτικά, σχεδόν τρομαγμένα, κι ενώ απομακρυνόταν είπε:


― Αυτοί! Θες να πεις πως δεν τους ξέρεις;

― Όχι.

Γέλασε ειρωνικά κι έφυγε μονολογώντας σιγανά:

― Πώς γίνεται εσύ να μην τους ξέρεις κι όλοι οι άλλοι να τους ξέρουν;

Ξαναπήγα στη φυλακή πολλές φορές. Κάθε φορά ζητούσα να δω τη Φιρντάους. Οι προσπάθειές μου έπεφταν στο κενό. Αισθανόμουν πως η έρευνά μου κινδύνευε. Στην πραγματικότητα, ένιωθα πως ολόκληρη η ζωή μου είχε αποτύχει ή όδευε προς την αποτυχία. Η αυτοπεποίθησή μου είχε αρχίσει να καταρρέει, ίσως είχε ήδη καταρρεύσει. Πέρασα δύσκολες ώρες. Απ’ το μυαλό μου δεν έφευγε η ιδέα πως εκείνη η γυναίκα, η δολοφόνος, που σε λίγες μέρες θα εκτελούνταν και η ίδια, ήταν ανώτερη από μένα. Εγώ δεν ήμουν παρά ένα μυρμηγκάκι που σερνόταν επάνω στη γη ανάμεσα σ’ εκατομμύρια άλλα έντομα.

Όσο θυμόμουν την έκφραση στα μάτια της δεσμοφύλακα ή του γιατρού της φυλακής όταν μιλούσαν για την απόλυτη αδιαφορία της Φιρντάους για τα πάντα, όταν έλεγαν πως η Φιρντάους απέρριπτε το καθετί, και πάνω απ’ όλα το ενδεχόμενο να με συναντήσει, τόσο η επιθυμία μου μεγάλωνε.

Μια νύχτα που δε μ’ έπαιρνε ο ύπνος, ένα βασανιστικό ερώτημα καρφώθηκε στο μυαλό μου κι άρχισε να με τυραννά: «Τι είδους γυναίκα είναι τέλος πάντων; Κι αν μ’ έχει απορρίψει, μήπως αυτό σημαίνει πως είναι ανώτερη από μένα; Μα εκείνη αρνήθηκε ν’ απευθυνθεί ακόμα και στον Πρόεδρο της χώρας! Σημαίνει άραγε αυτό πως είναι ανώτερη κι από τον αρχηγό του κράτους;»

Με κατέλαβε ένα παράξενο συναίσθημα, μια βεβαιότητα θά ’λεγες, πως ήταν ανώτερη απ’ όλους τους άντρες κι όλες τις γυναίκες που έχουμε γνωρίσει, δει ή ακούσει ποτέ στη ζωή μας. Πάσχιζα να καταπολεμήσω την αγρύπνια, μα μια άλλη απορία σφηνώθηκε στο νου μου: «Αρνήθηκε να με δει ξέροντας ποια είμαι ή χωρίς να με ξέρει;»

Το άλλο πρωί ξαναπήγα στη φυλακή. Εκείνη τη φορά δε σκόπευα να επιχειρήσω να δω τη Φιρντάους. Είχα απογοητευτεί τελείως. Έψαχνα απλώς τη δεσμοφύλακα ή το γιατρό της φυλακής. Ο γιατρός δεν είχε εμφανιστεί ακόμα. Βρήκα τη δεσμοφύλακα και τη ρώτησα:

― Σου έχει πει η Φιρντάους πως με γνωρίζει;

― Όχι, δε μου λέει και πολλά. Αλλά σε γνωρίζει.

― Πώς το ξέρεις;

― Τη νιώθω.

Έμεινα παγωμένη στη θέση μου. Η γυναίκα έφυγε για τη δουλειά της. Προσπάθησα να κινηθώ, να πάω στ’ αμάξι μου και να φύγω. Μα ήταν αδύνατο να κουνηθώ απ’ τη θέση μου. Είχα ένα αίσθημα ασήκωτο που μου βάραινε την καρδιά και το κορμί κι έκανε τα πόδια μου ανήμπορα να κινηθούν. Ήταν ένα αίσθημα βαρύτερο κι από τη γη την ίδια, λες και δεν πατούσα εγώ τη γη αλλά η γη είχε πέσει πάνω μου. Ακόμα κι ο ουρανός είχε γίνει μαύρος σαν το χώμα της γης. Με πίεζε κι αυτός με το βάρος του.

Ήταν ένα συναίσθημα που είχα νιώσει άλλη μια φορά στη ζωή μου, πριν από χρόνια, όταν είχα ερωτευτεί έναν άντρα μα δεν είχα βρει ανταπόκριση. Στα μάτια μου, δε μ’είχε απορρίψει μονάχα εκείνος μέσα σ’ έναν κόσμο απέραντο όπου ζούσαν εκατομμύρια άνθρωποι, μ’ είχε απορρίψει ο κόσμος ολόκληρος, με καθετί έμψυχο και άψυχο επάνω του.

Έβαλα δύναμη στην πλάτη για να ορθώσω την κορμοστασιά μου, πήρα βαθιά ανάσα. Το βάρος στο κεφάλι μου αλάφρωσε λίγο και κοίταξα τριγύρω. Απόρησα που βρισκόμουν στη φυλακή τόσο νωρίς. Τότε είδα τη δεσμοφύλακα, διπλωμένη στα δύο, να τρίβει τα πλακάκια του διαδρόμου. Με κυρίευσε ένα αλλόκοτο συναίσθημα περιφρόνησης. Πώς ήταν δυνατόν να πιστέψω αυτή τη γυναίκα, μια γυναίκα που τρίβει τα πλακάκια της φυλακής, που δε διαβάζει, δε γράφει και δεν ξέρει τίποτα από ψυχολογία; Πώς μπόρεσα να εμπιστευτώ τόσο εύκολα τα αισθήματά της; Η Φιρντάους δεν είχε πει ότι με γνώριζε. Η δεσμοφύλακας το είχε απλώς διαισθανθεί. Αυτό δε σήμαινε ότι πράγματι με γνώριζε. Εφόσον είχε αρνηθεί να με δει χωρίς να με γνωρίζει, δεν έπρεπε να νιώθω πληγωμένη. Δεν είχε απορρίψει εμένα προσωπικά, μα ολόκληρο τον κόσμο κι όποιον βρισκόταν πάνω του.

Κατευθύνθηκα προς το αυτοκίνητό μου για να φύγω. Σκεφτόμουν ότι συναισθήματα σαν κι αυτά που είχα νιώσει δεν άρμοζαν σε μια επιστήμονα και μάλιστα εν ώρα εργασίας. Χαμογέλασα ενώ άνοιγα την πόρτα του αυτοκινήτου. Αγγίζοντας με το χέρι μου τη λαμαρίνα, ξανάβρισκα την αίσθηση του εαυτού μου, την αυτοεκτίμησή μου ως γιατρού. Οπωσδήποτε μια γιατρός είναι ανώτερη από μια γυναίκα που έχει καταδικαστεί σε θάνατο για φόνο. Η εικόνα που έχω για τον εαυτό μου, εικόνα που σπανίως μ’ εγκαταλείπει, σταδιακά αποκαταστάθηκε. Έβαλα μπρος τη μηχανή, πάτησα γκάζι και μ’ όλες μου τις δυνάμεις απόδιωξα εκείνη την αίσθηση την απρόσμενη, που μερικές φορές με κυριεύει σε στιγμές αποτυχίας, εκείνη την ιδέα ότι δεν είμαι παρά ένα μυρμηγκάκι που περπατά πάνω στη γη ανάμεσα σ’ εκατομμύρια άλλα έντομα. Τότε μια φωνή ακούστηκε πίσω μου, σκεπάζοντας το θόρυβο του αμαξιού:

― Γιατρέ! Γιατρέ!

Ήταν η δεσμοφύλακας. Έτρεχε πίσω μου λαχανιασμένη, με ασθμαίνουσα φωνή σαν αυτές που ακούω πότε-πότε στα όνειρά μου. Το στόμα της είχε μεγαλώσει, τα χείλη της επίσης. Ανοιγόκλειναν μπροστά στα μάτια μου σαν τα φύλλα μιας μεγάλης πόρτας. Άνοιγαν και πάλι έκλειναν. Και τότε την άκουσα να λέει:

― Γιατρέ, η Φιρντάους! Η Φιρντάους θα σας συναντήσει!

Αν μου είχε πει πως θα με συναντούσε ο Πρόεδρος της χώρας, το στήθος της δε θ’ ανεβοκατέβαινε έτσι, η ανάσα της δε θα ήταν τόσο γρήγορη, τα μάτια και το πρόσωπό της δε θα πρόδιδαν τόσο βίαια συναισθήματα.

Άρχισα κι εγώ ν’ ανασαίνω γρηγορότερα, λες κι επρόκειτο για κάτι μεταδοτικό. Αλλά όχι. Λαχάνιασα επειδή η καρδιά μου είχε αρχίσει να χτυπά πιο δυνατά. Δεν κατάλαβα πώς βγήκα από τ’ αμάξι, πώς άρχισα να τρέχω πίσω απ’ τη δεσμοφύλακα, τόσο γρήγορα ώστε κάποιες στιγμές την προσπερνούσα μες στους διαδρόμους της φυλακής. Πόδια γρήγορα, αέρινα, σαν να μην κουβαλούσαν το κορμί μου, και μια αίσθηση παράξενη για το θαλασσί τ’ ουρανού που νόμιζα ότι θα το αιχμαλωτίσω μες στα μάτια μου, για τον κόσμο αυτόν που έλεγα πως θα τον κρατήσω μες στα χέρια μου, έναν κόσμο ολότελα δικό μου. Δεν είχα δοκιμάσει ξανά τέτοιο συναίσθημα, εκτός από εκείνη τη φορά που είχα πρωτοερωτευτεί, στα μακρινά τα χρόνια, και πήγαινα στο πρώτο ραντεβού με τον αγαπημένο μου.

Μια στιγμή προτού διαβώ την πόρτα του κελιού της κοντοστάθηκα να πάρω μιαν ανάσα και να ισιώσω το γιακά του φουστανιού μου. Στην πραγματικότητα, προσπαθούσα ν’ ανακτήσω την αυτοκυριαρχία μου, να ξαναβρώ τον εαυτό μου, να θυμηθώ πως ήμουν μια επιστήμων, μια ερευνήτρια, μια ψυχίατρος, κάτι τέτοιο τέλος πάντων.

Άκουσα το κλειδί να τρίζει στην κλειδαριά του κελιού. Ο ήχος του στριγκός, ανατριχιαστικός, μ’ έκανε να συνέλθω. Κράτησα σφιχτά τη δερμάτινη τσάντα μου και μονολόγησα: «Και ποια είναι αυτή η γυναίκα με τ’ όνομα Φιρντάους; Δεν είναι παρά μια…»

Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου και βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο. Λες κι ήμουν καρφωμένη στη γη, δεν έκανα βήμα, δεν έβγαλα λέξη, δεν άκουγα τους χτύπους της καρδιάς μου, ούτε το θόρυβο που έκανε το κλειδί σφαλίζοντας πίσω μας την πόρτα. Ήταν σαν να πέθανα εκείνη τη στιγμή, την πρώτη, που τα μάτια μου συνάντησαν τα δικά της: μάτια που σκότωναν, μάτια που έκοβαν σαν κοφτερό μαχαίρι, μάτια που δε βλεφάρισαν στο αντίκρισμά μου. Ούτε ένας μυς στο πρόσωπό της δεν τρεμόπαιξε.

Στιγμές πέρασαν και μια φωνή μ’ επανέφερε. Ήταν η φωνή της. Σαν μαχαίρι κι αυτή, μια φωνή κοφτερή, βαθιά, στέρεη, ψυχρή, ο τόνος σταθερός και σίγουρος. Την άκουσα να λέει:

― Κλείσε το παράθυρο.

Με τυφλή υποταγή πήγα και τό ’κλεισα. Κοίταξα γύρω σαστισμένη. Στο κελί δεν υπήρχε κρεβάτι, καρέκλα ή κάτι άλλο να καθήσω. Η φωνή της ακούστηκε πάλι να λέει:

― Κάτσε στο πάτωμα.

Το σώμα μου διπλώθηκε και κάθησε κάτω. Ήταν Γενάρης μήνας, το πάτωμα ήταν γυμνό, αλλά δεν ένιωθα το κρύο. Ήταν σαν να περπατούσα στον ύπνο μου, σαν νά ’μουν υπνοβάτης. Το πάτωμα από κάτω μου ήταν παγωμένο, αλλά το κρύο δεν άγγιζε το κορμί μου. Έμοιαζε με παγωμένη θάλασσα σε όνειρο: κολυμπούσα χωρίς να κρυώνω, χωρίς να πνίγομαι, παρόλο που ήμουν γυμνή και δεν ήξερα κολύμπι. Η φωνή της Φιρντάους ακουγόταν σαν τις φωνές στα όνειρα. Φανταζόμαστε ότι φτάνουν από μακριά, αλλά είναι κοντά· ότι έρχονται από κοντά, αλλά είναι μακριά. Δεν είμαστε σίγουροι από πού ακριβώς έρχονται: από πάνω ή από κάτω, από δεξιά ή από αριστερά; Νομίζουμε ότι βγαίνουν απ’ τα σπλάχνα της γης, απ’ την καρδιά του ουρανού, ότι πέφτουν απ’ τις σκεπές των σπιτιών. Μοιάζει να φτάνουν από κάθε κατεύθυνση, σαν τον άνεμο που τρυπώνει στ’ αυτιά μας.

Αλλά δεν ήταν όνειρο. Δε φυσούσε ο αέρας. Η φωνή ήταν αληθινή, η γυναίκα ήταν αληθινή, με σάρκα και οστά. Κάθησε στο πάτωμα μπροστά μου. Το παράθυρο ήταν κλειστό, κι εκείνη η φωνή ήταν η δική της φωνή, η φωνή της Φιρντάους.

Ενημερωθείτε για τα νέα του Δώματος

Θαυμάσια!