fbpx

Μάξιμ Λέο

ΨΗΛΑ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ

Μια οικογένεια στην Ανατολική Γερμανία

1. Το μαγαζί

 

Στην οικογένειά μου είμαι ο μικροαστός. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι γονείς μου δεν υπήρξαν ποτέ μικροαστοί. Όταν ήμουν δέκα χρονών, ο πατέρας μου κυκλοφορούσε με μαλλιά βαμμένα πότε πράσινα και πότε μπλε, και μ’ ένα δερμάτινο μπουφάν που τό ’χε ζωγραφίσει μόνος του. Όταν έβλεπε στο δρόμο μικρά παιδιά ή όμορφες γυναίκες, γάβγιζε. Τα αγαπημένα ρούχα της μητέρας μου ήταν ένας σοβιετικός σκούφος κι ένα παλτό που ο πατέρας μου τό ’χε ψεκάσει με μαύρο μελάνι. Και οι δυο έμοιαζαν πάντοτε σαν νά ’χαν κατέβει από κάποια θεατρική σκηνή και να έκαναν απλώς μια σύντομη επίσκεψη στην πραγματική ζωή. Οι κολλητοί μου έβρισκαν τους γονείς μου άνετους και στιλάτους, και με θεωρούσαν πολύ ευτυχισμένο. Εμένα όμως μ’ έκαναν να ντρέπομαι, και το μόνο που ήθελα ήταν μια μέρα να γίνουν κανονικοί γονείς, σαν τους άλλους γονείς που ήξερα. Κι αν ήταν δυνατόν, σαν τους γονείς του Σβεν, του καλύτερού μου φίλου. Ο πατέρας του Σβεν είχε φαλάκρα και μια μικρή κοιλίτσα, ο Σβεν μπορούσε να τον φωνάζει μπαμπά και τα Σαββατοκύριακα έπλεναν μαζί το αυτοκίνητο. Ο δικός μου πατέρας δεν λεγόταν μπαμπάς αλλά Βολφ. Τη μητέρα μου έπρεπε να τη φωνάζω Άννε, αν και στην πραγματικότητα την έλεγαν Αννέτε. Το αυτοκίνητό μας, ένα γκρι Τραμπάντ, το πλέναμε πολύ σπάνια, γιατί ο Βολφ θεωρούσε ότι δεν έχει κανένα νόημα να καθαρίζεις ένα γκρίζο αυτοκίνητο. Επιπλέον είχε ζωγραφίσει κιτρινόμαυρους κύκλους στα φτερά, ώστε να μας βλέπουν από μακριά. Κάποιοι νόμιζαν ότι ήταν αυτοκίνητο για τυφλούς.

Οι γονείς του Σβεν είχαν έγχρωμη τηλεόραση, σαλόνι και σκρίνιο. Στο δικό μας σαλόνι υπήρχαν μόνο βιβλιοθήκες κι ένα καθιστικό που ο Βολφ το είχε φτιάξει από τα μπαρόκ έπιπλα μιας παλιάς κρεβατοκάμαρας. Ήταν πολύ σκληρά, γιατί ο Βολφ πίστευε ότι δεν χρειαζόταν να κάθεσαι άνετα όταν έχεις κάτι να πεις. Μια φορά έφτιαξα ένα σχέδιο του σπιτιού μας όπως ακριβώς θα μου άρεσε. Ένα σπίτι με σαλόνι, έγχρωμη τηλεόραση και σκρίνιο. Μόλις το είδε, ο Βολφ άρχισε να με κοροϊδεύει, γιατί η οικογένεια του αστυνομικού που έμενε εκεί πριν από μας είχε υιοθετήσει την ίδια ακριβώς διαρρύθμιση με το σχέδιό μου. Μου εξήγησε πως είναι ανόητο —κάποιες φορές ακόμα κι επικίνδυνο— να κάνεις ό,τι κάνουν οι άλλοι, επειδή έτσι δεν θα μπορείς να ζήσεις μόνος σου. Δεν είμαι σίγουρος ότι κατάλαβα τι εννοούσε.

Σε κάθε περίπτωση, από τη στιγμή που γεννήθηκα δεν είχα άλλη επιλογή παρά να γίνω ένας φρόνιμος, νοικοκυρεμένος άνθρωπος. Στα δεκατέσσερα σιδέρωνα τα πουκάμισά μου, στα δεκαεφτά μου φορούσα σακάκι και προσπαθούσα να μη μιλάω διάλεκτο αλλά την επίσημη γερμανική. Ήταν ο μόνος τρόπος να επαναστατήσω ενάντια στους γονείς μου. Εκείνοι ευθύνονται που έγινα ένας συνετός, καλοντυμένος επαναστάτης. Στα εικοσιτέσσερα βρήκα την πρώτη μου δουλειά, στα εικοσιοχτώ είχα παντρευτεί, στα τριάντα ήρθε το πρώτο παιδί. Στα τριανταδύο το πρώτο ιδιόκτητο σπίτι. Είμαι ένας άντρας που αναγκάστηκε να ενηλικιωθεί νωρίς.

Όταν στέκομαι στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και σκύβω απ’ τα κάγκελα, βλέπω το μαγαζί όπου γεννήθηκα. Είναι μόλις δύο σπίτια παρακάτω, δεξιά στη γωνία. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν μετακινήθηκα πολύ στη ζωή μου. Τριάντα μέτρα σε τριανταοχτώ χρόνια. Δεν έχω καμία ανάμνηση απ’ το μαγαζί — φύγαμε όταν ήμουν ενός έτους. Ο Βολφ λέει ότι έπρεπε συχνά να με βγάζουν με το καροτσάκι στο δρόμο, γιατί στο μαγαζί είχε πολλή υγρασία. Το μαγαζί ήταν η πρώτη ιδιόκτητη κατοικία του Βολφ. Οδός Λίπενερ 26, Βερολίνο, Πρεντσλάουερ Μπεργκ. Μπροστά είχε το ατελιέ του, πίσω στην αυλή υπήρχε ένα σκοτεινό δωμάτιο μ’ ένα παράθυρο και μια μικρή κουζίνα. Ο χειμώνας του 1969, όταν γνωρίστηκαν ο Βολφ και η Άννε, ήταν πολύ σκληρός. Στο δρόμο το χιόνι έφτανε το ένα μέτρο. Τα πρωινά μαζευόταν πάγος στο κύπελο για τις οδοντόβουρτσες. Όταν η Άννε ήρθε πρώτη φορά επίσκεψη, ο Βολφ είχε ανάψει τη σόμπα στην κρεβατοκάμαρα και πάνω στο πάπλωμα είχε βάλει ένα σοκολατάκι, όπως κάνουν στα ξενοδοχεία. Δύο μήνες αργότερα η Άννε ήταν έγκυος. Πάντοτε λέει πως ήμουν ένα ατύχημα. Κι όπως το λέει το κάνει ν’ ακούγεται πιο πολύ σαν το Τσέρνομπιλ παρά σαν αναμνήσεις ευτυχίας. Ίσως χρειάζονταν λίγο περισσότερο χρόνο οι δυο τους.

Σήμερα το μαγαζί αυτό είναι το γραφείο ενός μηχανικού. Κάθε φορά που περνώ από μπροστά, στο γραφείο κάθεται ακίνητος ένας άντρας με γκρίζα μαλλιά. Βλέπεις μόνο το κεφάλι και τα πόδια, γιατί η μεγάλη βιτρίνα έχει στο κέντρο της μια φαρδιά γαλακτερή ταινία. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι ο άντρας είναι απλώς μια κούκλα σε φυσικό μέγεθος. Ένας πολιτικός μηχανικός γεμάτος αέρα. Ίσως γι’ αυτό δεν τόλμησα ποτέ να ρωτήσω αν μπορώ να ρίξω μια ματιά στο μαγαζί.

Στο διπλανό κτίριο υπήρχε παλιότερα ένα κρεοπωλείο. Η κυρία του κρεοπωλείου έδινε κρυφά στον πατέρα μου πακέτα με πέτσα από χοιρινό, γιατί ήξερε ότι δεν είχε λεφτά για κάτι τέτοιο. Ένας αριστοκράτης δικηγόρος από τη νότια Γερμανία, που αγόρασε το οίκημα πριν από λίγα χρόνια, παίζει μερικές φορές σαξόφωνο στον άδειο χώρο, όπου υπάρχουν ακόμα τα πλακάκια που ήταν και τότε.


Η Άννε, ο Βολφ και ο Μαξίμ το καλοκαίρι του 1971, στο Μπάσντορφ

Διαγωνίως απέναντι ήταν ένα μαγαζί με σαπούνια, του οποίου η υπεύθυνη κατέγραφε επακριβώς τις γυναίκες που μπαινόβγαιναν στο σπίτι του Βολφ και μερικές φορές του ζητούσε το λόγο. Σήμερα εκεί βρίσκεται ένα γραφείο ντιζάιν, το οποίο διευθύνει ένας Αμερικανός, που έχει ένα κούρεμα με ασύμμετρες αφέλειες και ακούει δυνατά όπερα.

Στις φωτογραφίες που είχε βγάλει τότε ο Βολφ έβλεπες στον δρόμο γκρίζους, μισογκρεμισμένους τοίχους και πεζοδρόμια δίχως παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Έξω απ’ το μαγαζί στέκεται το σκούτερ του Βολφ. Όλα δείχνουν εγκαταλειμμένα και άδεια. Σήμερα ο δρόμος είναι ένα όνειρο σε παστέλ τόνους. Φύλλα χρυσού λαμπυρίζουν πάνω στις γύψινες προσόψεις και δεν βρίσκεις θέση να παρκάρεις. Στα σπίτια μένουν ζευγάρια κοντά στα σαράντα, αλλά που αισθάνονται τριαντάρηδες. Είναι άντρες με ακριβά γυαλιά ηλίου και γυναίκες που πάνω από τις κοντές φούστες τους φορούν αθλητικές ζακέτες. Σπρώχνουν παιδικά καροτσάκια με σπορ λάστιχα, αγοράζουν κρέας στο κρεοπωλείο με τα βιολογικά προϊόντα και αποπνέουν εκείνη την κάπως αγχωτική αίσθηση της απόλυτης χαλαρότητας. Εδώ ζω κι εγώ και, για να είμαι ειλικρινής, μου ταιριάζει πάρα πολύ.

Το ίδιο πιστεύει κι ο Βολφ που καμιά φορά με κοροϊδεύει που χρειάζομαι τόσα πράγματα για νά ’μαι ευτυχισμένος. Επειδή τώρα ανήκω στους άλλους. Στους Δυτικούς. Απορεί τι απέγινε ο γιος του κι ο δρόμος όπου ζούσε κάποτε.

Κι εγώ ο ίδιος απορώ. Δεν ξέρω πώς συνέβησαν όλ’ αυτά, πώς εξαφανίστηκε από μέσα μου ο Ανατολικογερμανός. Πώς έγινα Δυτικογερμανός. Πρέπει να ήταν μια ύπουλη διαδικασία, όπως γίνεται μ’ εκείνες τις μεταδοτικές τροπικές ασθένειες, που εξαπλώνονται στο σώμα επί χρόνια χωρίς να το καταλαβαίνει κανείς και κάποια στιγμή παίρνουν τον έλεγχο. Η καινούργια εποχή άλλαξε το δρόμο μου, αλλά κι εμένα τον ίδιο. Δεν χρειάστηκε να μετακινηθώ, η Δύση ήρθε σ’ εμένα. Με κυρίευσε μέσα στο σπίτι μου, στο οικείο περιβάλλον μου. Έκανε πιο εύκολο να ξεκινήσω μια νέα ζωή. Έχω μια γυναίκα απ’ τη Γαλλία και δύο παιδιά, που δεν ξέρουν καν ότι κάποτε στο Βερολίνο υπήρχε ένα Τείχος. Έχω μια καλοπληρωμένη δουλειά σε μια εφημερίδα και το κυριότερο μέλημά μου είναι αν στην κουζίνα πρέπει να βάλουμε πάτωμα από ξύλο ή από πέτρα. Δεν χρειάζεται να δείχνω ότι έχω συγκεκριμένα πιστεύω, δεν είναι υποχρεωτικό να στρατεύομαι για κάτι, δεν απαιτείται να έχω άποψη. Η πολιτική μπορεί να είναι το θέμα της συζήτησης, όταν δεν σου έρχεται στο μυαλό κάτι άλλο. Το βασικό θέμα της ζωής μου δεν είναι η κοινωνία, αλλά ο εαυτός μου. Η ευτυχία μου, η δουλειά μου, τα σχέδιά μου, τα όνειρά μου.

Ακούγεται τόσο φυσιολογικό. Ίσως και νά ’ναι. Παρ’ όλα αυτά, μερικές φορές έχω τύψεις κι αισθάνομαι λιποτάκτης. Σαν κάποιος που πρόδωσε το παρελθόν του. Σαν να χρωστούσα ακόμα κάτι στην πρώτη μου ζωή, σαν νά ’ταν ανεπίτρεπτο ν’ αφήσεις τα ζητήματα της εποχής εκείνης να καταλαγιάσουν. Η ζωή στη Λαοκρατική Δημοκρατία μού φαίνεται σήμερα παράξενη, εξωπραγματική. Είναι σαν να μου μιλούν για μια μακρινή εποχή που πλέον δεν έχει καμιά σχέση μαζί μου. Μοιάζω στα μάτια μου σαν ένας από εκείνους τους ηλικιωμένους άντρες που, καθισμένοι στο τηλεοπτικό στούντιο δίπλα σ’ έναν ειδήμονα σαν τον Γκουίντο Κνοπ, συζητούν για τη Μάχη του Στάλινγκραντ. Υπήρξα μάρτυρας μιας εποχής, ένας άντρας που παλιότερα έζησε κάτι. Όπως ο παππούς μου, όπως όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που στα νιάτα τους υπήρξαν κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι τώρα.

Στην πραγματικότητα, όμως, η Ανατολική Γερμανία δεν είναι και τόσο μακριά. Είναι κολλημένη πάνω μου, μ’ ακολουθεί παντού. Είναι σαν μια μεγάλη οικογένεια, απ’ την οποία δεν μπορείς να ξεκόψεις, για την οποία σε ρωτάνε όλοι και η οποία ξεπηδάει ξανά και ξανά. Ακόμα και στη δική μου μικρή οικογένεια, η Ανατολική Γερμανία είναι μονίμως παρούσα. Τη νιώθω όταν επισκέπτομαι τον Βολφ, που τώρα μένει μερικούς δρόμους παρακάτω, σε μια σοφίτα που άλλοτε ήταν το ατελιέ του. Μετακόμισε εκεί αφότου χώρισε με την Άννε, πριν από πέντε χρόνια, γιατί η αστική σχέση του ζευγαριού τον πίεζε, λέει, υπερβολικά. Εκτός από τη γωνιά με τα σύνεργα της δουλειάς του υπάρχει ένα κρεβάτι, μια στρογγυλή τραπεζαρία, δύο καρέκλες, μια ντουζιέρα που την έχει φτιάξει μόνος του και μια τουαλέτα που χωρίζεται απ’ το υπόλοιπο σπίτι με μια κουρτίνα. Ο Βολφ λέει πως αυτά του αρκούν. Είναι αντίθετος σε όλη αυτή την πολυτέλεια, την κατανάλωση, την εξάρτηση απ’ το χρήμα και το κοινωνικό στάτους. Θέλει να ζει λιτά και νά ’ναι ελεύθερος, όπως τότε στην αρχή, στο μικρό μαγαζί του. Οτιδήποτε άλλο θα του ήταν δύσκολο· μετά την πτώση του Τείχους δεν έβγαζε ποτέ πολλά λεφτά, ενώ η σύνταξη που παίρνει τώρα είναι μόνο εξακόσια ευρώ. Όσον αφορά τα οικονομικά, ο Βολφ λέει ότι στην Ανατολική Γερμανία η κατάσταση ήταν πολύ πιο λογική, αφού πράγματα όπως η στέγη και το φαγητό ήταν σχεδόν δωρεάν, και μόνο η πολυτέλεια ήταν πραγματικά ακριβή. Τον πιέζαμε διαρκώς να φροντίσει για τα γεράματά του. Όμως ο Βολφ αρνιόταν να νοιαστεί για το μέλλον. «Στα εξήντα μου ελπίζω να τά ’χω τινάξει, δεν έχω καμιά όρεξη να σαπίσω στο γηροκομείο», μας έλεγε. Τώρα είναι εξηνταέξι ετών και χαίρει άκρας υγείας.

Δεν μου είναι εύκολο να βλέπω πώς ζει ο Βολφ στη σοφίτα του, γι’ αυτό τις περισσότερες φορές τον καλώ στο δικό μας σπίτι. Σε σχέση με τη φτώχεια του η δική μας ευμάρεια μού μοιάζει εντελώς υπερβολική. Έχω μονίμως την αίσθηση ότι πρέπει να απολογηθώ. Προφανώς η κατάσταση προβληματίζει περισσότερο εμένα παρά εκείνον, μιας και ο Βολφ είναι αληθινά ευχαριστημένος με τα λίγα. Έχει μια πολύ νεαρή φιλενάδα και ατέλειωτο χρόνο στη διάθεσή του. Λέει πως είχε καιρό να περάσει τόσο καλά.

Ο Βολφ είχε άφθονο χρόνο και στην Ανατολική Γερμανία, ή τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν. Έβγαζε καλά λεφτά κι είχε την πολυτέλεια να δουλεύει για βιοπορισμό μονάχα λίγους μήνες το χρόνο. Τον υπόλοιπο καιρό του τον αφιέρωνε στην τέχνη. Και σε διακοπές. Είχαμε ένα μικρό σπίτι με μεγάλο κήπο στο Μπάσντορφ, βόρεια του Βερολίνου. Εκεί περνούσαμε τις δίμηνες καλοκαιρινές διακοπές μας και, συνήθως, τον άλλον ένα μήνα των χειμερινών διακοπών. Ο μικρός μου αδελφός, ο Μόριτς, ο Βολφ, η Άννε κι εγώ. Κάναμε βόλτες με τα ποδήλατα, με τα κανό ή με τα σκι. Όλη μου η παιδική ηλικία μού φαίνεται σήμερα σαν μια ατέλειωτη περίοδος διακοπών. Ο Βολφ έπαιζε καλό ποδόσφαιρο, μπορούσε να σκαρφαλώνει στα δέντρα, να φτιάχνει σπηλιές και να κάνει καταδύσεις για πολλή ώρα. Τότε ήθελα να γίνω λίγο σαν κι αυτόν. Έτσι ελεύθερος και δυνατός.

Η Άννε είναι πολύ πιο ήρεμη και λογική απ’ ό,τι ο Βολφ. Δεν παίρνει τον εαυτό της τόσο στα σοβαρά, κάτι που προφανώς αποτελεί προϋπόθεση για να ζει μ’ έναν άντρα που θεωρεί τον εαυτό του το κέντρο του κόσμου. Όταν ανατρέχω στα παιδικά μου χρόνια, στο νου μου έρχεται η εικόνα μιας γυναίκας που κάθεται στη γωνία μ’ ένα βιβλίο κι ένα ποτήρι τσάι, και η οποία εκπέμπει τέτοια ηρεμία και ικανοποίηση, που χρειάζεται να παίρνεις τον εαυτό σου για ιδιαίτερα σημαντικό άνθρωπο για να τολμήσεις να την βγάλεις από την ψυχική της καταβύθιση. Η Άννε λέει ότι στην αρχή δεν ήξερε τι να κάνει μαζί μου. Ήταν εικοσιδύο χρονών όταν γεννήθηκα και στις φωτογραφίες εκείνης της εποχής μοιάζει με εύθραυστη πριγκίπισσα που κανονικά δεν θά ’πρεπε να την ενοχλεί κανείς με την αληθινή ζωή. Υπάρχει μια φωτογραφία που με κρατάει στην αγκαλιά της. Το όμορφο, χλομό της πρόσωπο δεν είναι στραμμένο αποκλειστικά σε μένα και τα σκούρα μάτια της κοιτάζουν με λαχτάρα το κενό. Μόνο όταν ξεκίνησα να διαβάζω άρχισε να ενδιαφέρεται πραγματικά για μένα. Μου έδωσε τα βιβλία που την είχαν ενθουσιάσει όταν ήταν παιδί και χαιρόταν πολύ όταν τα διάβαζα κι εγώ με τον ίδιο ενθουσιασμό.

Όταν γνωρίζει τον Βολφ, η Άννε εντυπωσιάζεται από την πρωτόγονη επαναστατικότητά του. Διαφέρει πάρα πολύ από τους άντρες που είχε συναντήσει μέχρι τότε. Είναι θρασύς, είναι καλλιτέχνης, δεν υπακούει στους κανόνες που εκείνη διαρκώς τηρεί. Επιπλέον, είναι ωραίος άντρας, με χαρούμενα μάτια κι ένα γενάκι που του δίνει κάτι παράτολμο. Την πρώτη φορά που βγήκαν μαζί, περπάτησαν στο χιονισμένο πάρκο που ξεκινάει στο τέλος του δρόμου όπου ζω σήμερα.

null
Η Άννε και ο Μαξίμ, 1970

Οι δρόμοι γλιστρούν και η Άννε, όπως πάντα, φοράει τα λάθος παπούτσια. Ο Βολφ την πιάνει απ’ το χέρι και την οδηγεί μέσα απ’ το πάρκο, και με κάποιο τρόπο είναι σαφές ότι η Άννε βρήκε κάποιον να την προστατεύει. Κάποιον που δεν θα την αφήσει ποτέ ξανά.

Μιλάνε για πολιτική, για τη χώρα στην οποία ζουν. Ο Βολφ της εξηγεί πόσο τρομαχτική βρίσκει τη Λαοκρατική Δημοκρατία, πόσο άβολα νιώθει, πόσο τον βαραίνει να τον πατρονάρουν όλοι αυτοί οι ηλικιωμένοι άντρες. Η Άννε λέει ότι είναι στο Κόμμα. Τότε ο Βολφ σταματάει, της αφήνει το χέρι και μένει αμίλητος. «Δεν μπορείς να έχεις όλα τα καλά μαζί», λέει αργότερα. Είναι η αρχή ενός μακρόχρονου έρωτα και μιας μακρόχρονης έριδας. Αυτά στην περίπτωση των γονιών μου πήγαιναν πάντα μαζί.

Η Άννε μιλάει για τον πατέρα της τον Γκέρχαρντ, τον κομμουνιστή, που είχε πολεμήσει τους Ναζί στη Γαλλία. Σκιαγραφεί την εικόνα ενός τρυφερού ήρωα που αγαπάει το Κόμμα του και την κόρη του. Ο Βολφ μιλάει για τον πατέρα του τον Βέρνερ, τον μικρό ναζιστή που έγινε μικρός σταλινιστής. Έναν άντρα για τον οποίο δεν γνωρίζει πολλά και με τον οποίο ήρθε σε ρήξη. Ο Βολφ λέει ότι κάποτε παρακαλούσε να βρει έναν καινούργιο πατέρα. Ο τρυφερός ήρωας για τον οποίο μιλάει η Άννε τού αρέσει.

Προτού οι γονείς της Άννε καλέσουν για πρώτη φορά στο σπίτι τους τον Βολφ, τη ρωτάνε αν αυτός ο Καινούργιος είναι στο Κόμμα. Όταν η Άννε τους λέει πως δεν είναι, το πρόσωπο του πατέρα σκοτεινιάζει κι η μητέρα τη συμβουλεύει πως δεν χρειάζεται να παίρνει κανείς αμέσως τον κάθε ενθουσιασμό στα σοβαρά. Ο Βολφ σήμερα λέει ότι κατά βάθος τα πάντα ήταν ξεκάθαρα προτού ακόμα συναντήσει τους γονείς της. Η Άννε λέει ότι αυτό είναι υπερβολή.

Όπως και νά ’χει, είναι τα γενέθλιά της κι οι γονείς της έχουν ετοιμάσει δείπνο στο σπίτι τους, στο Φρίντριχσχαγκεν του Βερολίνου. Την περασμένη νύχτα η Άννε σχεδόν δεν κοιμήθηκε, γιατί την είχαν καλέσει μαζί με άλλους φοιτητές να προσφέρει τη σοσιαλιστική βοήθειά της στους σιδηροδρόμους. Έπρεπε να καθαρίσουν κάτι παγωμένα σιδηροδρομικά κλειδιά από το χιόνι. Όμως κατέληξαν να στέκονται άπραγοι, γιατί δεν υπήρχαν αρκετά φτυάρια. Η Άννε θεωρεί ανόητο να συμμετέχει ως φοιτήτρια σε τέτοιες δράσεις. Ο Γκέρχαρντ αντιδρά εκνευρισμένος: «Όταν στον σοσιαλισμό υπάρχει ένα πρόβλημα, πρέπει όλοι να βοηθάνε». Η φωνή του είναι ασυνήθιστα σκληρή. Η Άννε δεν καταλαβαίνει γιατί αντιδρά έτσι. Αμύνεται, η μία κουβέντα φέρνει την άλλη. Ο Βολφ παρακολουθεί σιωπηλός και αναρωτιέται αν πράγματι αυτός είναι ο άντρας για τον οποίο η Άννε τού έχει πει τόσο καλά πράγματα. Κάποια στιγμή ο Γκέρχαρντ γυρίζει στην Άννε και της λέει: «Την ώρα της αληθινής μάχης, εσύ στέκεσαι στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος».

Αυτή τη φράση την άκουσα πολλές φορές αργότερα, συνήθως απ’ τον Βολφ, που τη χρησιμοποιούσε πάντα σαν απόδειξη για το ότι ο Γκέρχαρντ είναι η αιτία που η οικογένειά μας δεν μπόρεσε ποτέ να στεριώσει. Όταν στο σχολείο κάναμε για τη Γαλλική Επανάσταση, υπήρχε στο βιβλίο η εικόνα ενός οδοφράγματος στους δρόμους του Παρισιού. Φανταζόμουν τους γονείς μου στη μία πλευρά και τους παππούδες μου στην άλλη. Δεν ήξερα σε ποια πλευρά ανήκα εγώ. Το μόνο που ήθελα στην πραγματικότητα ήταν να τα βρουν μεταξύ τους, να γίνουμε μια κανονική οικογένεια. Χωρίς οδοφράγματα.

Η Άννε ετοιμάζει τα ρούχα της, παίρνει μαζί της μια χοντρή κουβέρτα και μετακομίζει στο σπίτι-μαγαζί του Βολφ. Η μητέρα της προσπαθεί για λίγο να την κάνει ν’ αλλάξει γνώμη για τον καινούργιο της έρωτα. Της λέει πως ο Βολφ είναι ένας αποτυχημένος καλλιτέχνης στον οποίο δεν μπορεί να βασίζεται κανείς. Επιπλέον δεν είναι αρκετά έξυπνος για εκείνη. Μόνον όταν οι γονείς μαθαίνουν ότι η Άννε είναι έγκυος, εγκαταλείπουν τη μάχη. Ο γάμος γίνεται στο δημαρχείο του Πρέντσλαουερ Μπεργκ. Στη φωτογραφία του γάμου η Άννε φοράει ένα κοντό λουλουδάτο φόρεμα, κάτω απ’ το οποίο η κοιλιά της έχει ήδη αρχίσει λίγο να φουσκώνει. Έχει τα μαλλιά μαζεμένα ψηλά, και μοιάζει με κοριτσάκι. Ο Βολφ φοράει σκούρο κουστούμι και χαμογελάει στη φωτογραφική μηχανή. Δίπλα του στέκεται ο Γκέρχαρντ με βλέμμα σοβαρό.

Η γαμήλια γιορτή γίνεται στο εξοχικό των γονιών της Άννε. Ένας Γάλλος φίλος ψήνει μαριναρισμένο κρέας, το μενού περιλαμβάνει ψητά σαλιγκάρια, μπαγκέτα, ελιές κι ένα κόκκινο Μπορντώ. Οι καλεσμένοι μιλούν γαλλικά και αγγλικά, φοράνε ακριβά ρούχα και λένε αστεία για τη Λαοκρατική Δημοκρατία. Ο Βολφ είναι εντυπωσιασμένος από την ομήγυρη. Δεν έχει ξαναπάει σε γκριλ-πάρτι. Δεν ξέρει ότι τα σαλιγκάρια τρώγονται. Βλέπει για πρώτη φορά μύλο πιπεριού, απ’ όπου βγάζει τους κόκκους και μετά δεν ξέρει τι να τους κάνει. Οι άλλοι γελούν, εκείνος κοκκινίζει. Η Άννε του συστήνει τους φίλους των γονιών της, συγγραφείς και δημοσιογράφους, οι οποίοι την περίοδο του ναζισμού ζούσαν αυτοεξόριστοι στη Γαλλία, την Αμερική, το Μεξικό ή τη Σαγκάη. Ο Βολφ ακούει τις ιστορίες τους που είχαν να κάνουν με αγώνες, εξορίες, βάσανα. Δεν έχει ξανασυναντήσει τέτοιους ανθρώπους. Ήρωες, επιζώντες ενός μεγάλου, μακρινού κόσμου, που βρήκαν μια καινούργια πατρίδα στη μικρή ΛΔΓ. Γιατί εδώ δεν τους κυνηγάνε, γιατί εδώ είναι ασφαλείς. Οι ιστορίες τους είναι τόσο διαφορετικές από την ιστορία της δικής του οικογένειας. Τα πάντα τού είναι ξένα. Αναρωτιέται αν θα μπορέσει ποτέ ν’ ανήκει σε τούτο τον κόσμο, σ’ αυτή την οικογένεια, σ’ αυτή τη γυναίκα που μόλις παντρεύτηκε. Ο Γκέρχαρντ τσουγκρίζει το ποτήρι του μαζί του δίχως να τον κοιτάζει. Πίνουν στην ευτυχία του γάμου και στη μακροημέρευσή τους.

Ενημερωθείτε για τα νέα του Δώματος

Θαυμάσια!