ΝΙΚΗΤΑΣ Μ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ

Καληνύχτα καλούδια μου

ΝΟΥΒΕΛΑ

€8,50  €7,65

«Έσφιξε τον κόμπο καλά. Έβαλε διπλή και τριπλή σακούλα, έκανε κι άλλους κόμπους, να μη μπορέσουν να το σκάσουν. Πώς νά ’βγαιναν άλλωστε; Δεν είχαν νύχια, δεν είχαν ψυχή και δύναμη για κάτι τέτοιο. Αλλά έπρεπε νά ’ναι σίγουρη.

Παραμόνευε για ώρες μέχρι που η νέα μάνα έφυγε να βρει κάτι να φάει και να κάνει γάλα. Και μόνο τότε η Μαριώ κλειδαμπάρωσε τις πόρτες και τα παράθυρα κι άνοιξε τη ντουλάπα με τα ρούχα να βρει το καταφύγιο της γάτας, εκεί πού ’χε γεννήσει τα μικρά της. 

Ήταν ζεστά και μαλακά. Γι’ αυτό είχε χωθεί εκεί. Εκεί άφησε τα μωρά και τον πλακούντα της. Δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει. Είχε νύχια και δόντια θηρίου. Ήξερε τι θα πει προστασία.»

Σ’ ένα τόπο στεγνό, γεμάτο βράχια και δεισιδαιμο­νίες, η δεκαπεντάχρονη Μαριώ παντρεύεται το νεα­ρό Φώτη και γίνεται η παπαδιά του. Θα κάνει μεγάλο κακό. Ασυγχώρητο. Στην αρχή την είπανε τρελή. Μετά την ονόμασαν Λευκή Αγία. 

Ο Νικήτας Μ. Παπακώστας γεννήθηκε το 1977 στο Δάρα Αρκαδίας. Ζει στο Λονδίνο.

Το Καληνύχτα καλούδια μου είναι το πρώτο του βιβλίο.

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Ο ΓΑΜΟΣ

Έσφιξε τον κόμπο καλά. Έβαλε διπλή και τριπλή σακούλα, έκανε κι άλλους κόμπους, να μη μπορέσουν να το σκάσουν. Πώς νά ’βγαιναν άλλωστε; Δεν είχαν νύχια, δεν είχαν ψυχή και δύναμη για κάτι τέτοιο. Αλλά έπρεπε νά ’ναι σίγουρη.

Παραμόνευε για ώρες μέχρι που η νέα μάνα έφυγε να βρει κάτι να φάει και να κάνει γάλα. Και μόνο τότε η Μαριώ κλειδαμπάρωσε τις πόρτες και τα παράθυρα κι άνοιξε τη ντουλάπα με τα ρούχα να βρει το καταφύγιο της γάτας, εκεί πού ’χε γεννήσει τα μικρά της. 

Ήταν ζεστά και μαλακά. Γι’ αυτό είχε χωθεί εκεί. Εκεί άφησε τα μωρά και τον πλακούντα της. Δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει. Είχε νύχια και δόντια θηρίου. Ήξερε τι θα πει προστασία.

Μα τώρα ήταν η ευκαιρία. Σ’ άλλη σακούλα έβαλε τα ρούχα, πού ’χαν γεμίσει τρίχες κι αίματα. Σιχαινόταν και που τά ’πιανε. Δεν είχε ακόμα γεννήσει η ίδια και δεν ήξερε. Με μια σακούλα στο κάθε χέρι, βγήκε τρέχοντας απ’ το σπίτι, μην την πάρει χαμπάρι η γάτα. Κατέβηκε στο ρέμα κι από ψηλά πέταξε τις δυο σακούλες ανάμεσα στις ακακίες. 

Η μια πιάστηκε στα κλαδιά, η άλλη έπεσε στα βάθη και κυλιότανε σαν μπάλα, γιατί οι πέντε ψυχές δεν είχαν γωνίες. Με το χτύπημα οι δυο αφήσαν τα σώματα που είχαν μπει μόλις δυο μέρες πριν. Οι άλλες έφυγαν αργότερα, πιο βασανιστικά, από την έλλειψη του αέρα και της αγάπης, και χάθηκαν στα πνεύματα του δάσους. Έγιναν θεριά να μισούν το κάθε τι ανθρώπινο. 

Γύρισε η γάτα να βρει τα μωρά της και βρήκε πόρτες κλειστές. Στο στόμα κρατούσε ένα ποντίκι. Μισοζώντανο, μισοψόφιο. Θα το έτρωγε και μετά θά ’κανε γάλα. Πολύ και ζεστό. Έφερνε το σπίτι γύρω-γύρω απορημένη. Περιφερόταν για ώρες. Τα μάτια της ξεράθηκαν. Μέχρι που ξέχασε τι έψαχνε. Κατάπιε το ποντίκι κι έκατσε στον ήλιο να ζεσταθεί.

Η Μαριώ σκούπισε το μέτωπό της με την παλάμη της. Είχε ιδρώσει. Ήταν τέλος του καλοκαιριού κι έκανε ακόμα ζέστη. Το απόγευμα ήταν κίτρινο και άσπρο. Κοίταξε τη γάτα που λιαζόταν και τεντωνόταν στις πέτρες. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Σκέφτηκε πως καλά τα κατάφερε και γλίτωσε απ’ τα κατσούλια και τη βρωμιά τους. 

ΝΙΚΗΤΑΣ Μ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ

Καληνύχτα καλούδια μου

ΝΟΥΒΕΛΑ

Επιμέλεια: Θάνος Σαμαρτζής & Μαριλένα Καραμολέγκου
Διορθώσεις: Δημήτρης Ραπτάκης
Θεώρηση: Νίκος Κουμπιάς

Φωτογραφία εξωφύλλου (λεπτομέρεια): Νίκος Οικονομόπουλος, Κροκεές Λακωνίας, 1988
© Nikos Economopoulos/Magnum Photos

72 σελ.
8,50 €
Σειρά: τα πεζά / 1
ISBN: 978-618-83224-4-8

doma@domabooks.gr
2130458097, 6944583382
Μάρκου Μουσούρου 22, 11636, Αθήνα