fbpx

Ποιος πλούσιος απέθανε (Δημήτρης Χαλκιάς)

[σελ. 191-3]

Και τότε το άκουσα. 

Άιντε ποιος πλούσιος, γιε μου, απέθανε

αχ και πήρε βιος, γιε μου, μαζί του;

Και πήρε βιος μαζί του;

Ωρέ πήρε τρεις πήχες σάβανο

να ντύσει ο μαύρος το κορμί του

Βρε να ντύσει ο μαύρος το κορμί του. 

Μαύρα μάτια, μαύρα μάτια, 

Μαύρα μάτια και μεγάλα.

Ιδού ένα πάρα πολύ παλιό Πωγωνίσιο τραγούδι ―σαν αυτά που αρέσουν στον Βαγγέλη― βουτηγμένο στον πόνο. Δεν πρόκειται για γλυκιά, συναισθηματική μουσική με γεύση τσιχλόφουσκας ούτε για κάτι που επιδιώκει να έχει νόημα. Αντίθετα, είναι ένα τραγούδι γεννημένο από τα βάσανα πριν εκατοντάδες χρόνια, που εξακολουθεί να ανθεί υπογείως ακόμη και σήμερα. Αργά-αργά, μέσα στη θλίψη του, γινόταν ένα ώριμο απόσταγμα.

Στιχουργικά ήταν ένας θρήνος ―σαν μοιρολόι― όμως ακολουθούσε το βαρύ και αργό πωγωνίσιο μέτρο. Ο Τζιμ με κοίταξε με το γενναιόδωρο, σοφό χαμόγελό του. Παρακολουθούσαμε τους χορευτές να κινούνται ενωμένοι, κυκλώνοντας τους μουσικούς σαν την «πλεούμενην αρμάδα βαρκούλες», στο διήγημα του Κώστα Κρυστάλλη, «οπού οι ναύτες με τα κουπιά τρεις τες σπρώχνουν μπροστά και μια τες γυρίζουν πίσω». Η ιστορία επαναλαμβανόταν μπροστά μας, ακριβώς όπως είχε παρουσιαστεί στον Κρυστάλλη το 1894.

Απ’ αυτές τις σκέψεις για τη φθορά και τη μετάφραση του ήχου με έβγαλε το γεγονός ότι είχα ένα δίσκο με το ίδιο τραγούδι, το «Ποιος πλούσιος απέθανε», τοποθετημένο αναπαυτικά στα ράφια του δωματίου με τη συλλογή μου. Το αυτί μου εντόπισε το περίγραμμα της μελωδίας, ανατρέχοντας στην ηχογράφηση που ήξερα. Η ηχογράφηση εκείνη ήταν τραχιά, σου προκαλούσε ψυχική αναστάτωση. Ο Δημήτρης Χαλκιάς ―ο θείος ενός από τα πιο ξακουστά κλαρίνα της Ηπείρου, του Τάσου Χαλκιά― έκανε αυτή την ηχογράφηση στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 1931. Τραγουδάει και παίζει βιολί, ενώ ένα σαντούρι κρατάει διακριτικό ρυθμό σ’ όλη τη διάρκεια του τραγουδιού. Και, όπως έμαθα από άλλους συλλέκτες, εκείνη η κόπια στο σπίτι μου στη Βιρτζίνια, που βρέθηκε σ’ ένα κυνηγετικό καλύβι στην ύπαιθρο του Μέιν, ήταν η μόνη σωζόμενη στον κόσμο. 

Εντύπωση μου έκαναν και τα λόγια του τραγουδιού. Γνωστό επίσης με τον τίτλο «Πλούσιοι και φτωχοί», αποτελεί παράδειγμα δημώδους ποίησης που υπερβαίνει το χρόνο και τη γεωγραφία. Δεν πρόκειται για υπερβολή. Εδώ έχουμε στίχους με τεράστιο ηθικό βάρος και βάθος. Το μήνυμα είναι εξίσου καίριο σήμερα όσο και πριν δύο χιλιάδες χρόνια: δεν είμαστε παρά θνητά καρυδότσουφλα, και όταν πεθαίνουμε, ο πλούσιος κι ο φτωχός είναι το ίδιο. Τρεις πήχες σάβανο θα καλύψουν και τον έναν και τον άλλο. Το σάβανο είναι το μόνο που παίρνουμε μαζί μας όταν βυθιζόμαστε στο χώμα.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Ενημερωθείτε για τα νέα του Δώματος

Θαυμάσια!