fbpx

[σελ. 313-5]

Όταν σκέφτομαι τον Κίτσο Χαρισιάδη, δεν πλάθω με το νου μου κάποια εικόνα του προσώπου του. Αντίθετα, ακούω τις εναρκτήριες νότες του σκάρου που ηχογράφησε το 1930. Ο Κίτσος και ο σκάρος είναι ένα και το αυτό: δύο πνευματικά αλληλομεταθέσιμες οντότητες.

Η λέξη σκάρος έχει δύο διακριτά, αν και αλληλοσυνδεόμενα, νοήματα: ένα γλωσσικό-πολιτισμικό ορισμό και ένα μουσικό ορισμό. Στο πολιτισμικό πλαίσιο, ως σκάρος νοείται η ώρα για τη «νυχτερινή βοσκή», όταν ο τσομπάνος μαζεύει το κοπάδι του για να φάει, να πιει και να κουρνιάσει. Εκείνη την ώρα, ο καιρός είναι πιο δροσερός και τα ζώα έχουν μεγαλύτερη όρεξη. Όμως η βοσκή το βράδυ έχει κινδύνους: λύκοι ή καταιγίδες μπορεί να κάνουν το κοπάδι να σκορπίσει. Πρόκειται για μια κατάσταση ―μια ώρα κινδύνου― που δοκιμάζει την ικανότητα του βοσκού να ηρεμεί και να συγκεντρώνει το κοπάδι του. 

Στο μουσικό πλαίσιο, σκάρος είναι το να παίζει ο καλλιτέχνης για το χωριό του. Όμως ο σκοπός του κομματιού είναι εν πολλοίς ο ίδιος. Ο σκάρος είναι ένα ορχηστρικό κομμάτι με περίπλοκα αυτοσχεδιαστικά περάσματα. Όταν παίζεται, το κλαρίνο και το βιολί ανταλλάσσουν σόλο. Ξεκινά μια μουσική συζήτηση. Οι φράσεις μιμούνται τους ήχους της φύσης: το τραγούδι του αηδονιού, τον ρόχθο των νερών του ρυακιού, το αλύχτισμα των ζώων και τη βοή της καταιγίδας. Το κομμάτι αυτό, όπως και το μοιρολόι, δεν είναι για χορό αλλά για προσεκτική, βαθιά ακρόαση. Οι χωρικοί που μαζεύονται στο σκάρο μεταφέρονται σε μια γαλήνια, εκστατική κατάσταση. Ένας καλοδουλεμένος σκάρος οδηγεί τον ακροατή σε βαθιά ενδοσκόπηση. 

Στα πανηγύρια, το μοιρολόι ανοίγει και κλείνει τη γιορτή: είναι το άλφα και το ωμέγα. Όμως ο σκάρος παίζεται στα μέσα της βραδιάς, όχι τα μεσάνυχτα αλλά γύρω στις δύο-τρεις το πρωί, μια ώρα πνευματικά κατάλληλη, όταν ατενίζεις τα ουράνια σώματα. Όταν το αυτί σου παραδίνεται στον σκάρο, είσαι μέρος του χωριού, ανήκεις στο κοπάδι. 

Φανταστείτε τον σκάρο σαν ένα αρχέγονο παρηγορητικό νανούρισμα, μια πανάρχαιη μελωδία χωρίς λόγια. Ως κοινωνικά ζώα, συχνά σπεύδουμε να παρηγορήσουμε ή να φροντίσουμε τους ανθρώπους γύρω μας. Εφόσον είμαστε αγελαίο μουσικό είδος, η παρόρμησή μας να πενθούμε μέσω του τραγουδιού, όπως στο μοιρολόι, είναι εξίσου ισχυρή με το ένστικτό μας να γαληνεύουμε μέσω της μουσικής, όπως μ’ ένα νανούρισμα ή με τον σκάρο. 

Θύμηση και καημός, συμπάθεια και συμπόνια: αδιάψευστες όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας. Συχνά θυμόμαστε την πρώτη κηδεία που πήγαμε, τον πρώτο άνθρωπο που χάσαμε. Μπορούμε όμως άραγε να θυμηθούμε την πρώτη ή την τελευταία φορά που οι γονείς μας μας τραγούδησαν ένα νανούρισμα; Αυτή η μουσική δραστηριότητα προηγείται της μνήμης μας, αλλά διαποτίζει καθετί καλό μέσα μας. Όπως ορισμένες μορφές μουσικής έκφρασης προηγούνται της ανθρώπινης μνήμης, το ίδιο συμβαίνει και με τις θεμελιώδεις συναισθηματικές αντιδράσεις μας. 

Φανταστείτε τον Κίτσο καθισμένο στον πέτρινο πάγκο του στο μουσικό ιερό της Κληματιάς. Ο μαθητευόμενός του περιμένει τις πρώτες νότες του σκάρου να διασχίσουν το φαράγγι. Πουλιά, έντομα και άνεμος κάνουν το τοπίο να ριγά. Τα πάντα είναι ειρηνεμένα ―ενωμένα με τον εαυτό τους― σ’ αυτόν το φυσικό ναό του ήχου. Θα μπορούσε άραγε ο νεαρός μαθητής, για μία στιγμή έστω, να διανοηθεί ότι οι ήχοι που θα φτάσουν στ’ αυτιά του εντάσσονται σ’ ένα αδιάσπαστο νήμα που απλώνεται χιλιάδες χρόνια στο παρελθόν, όταν η μουσική ήταν ένα εργαλείο για την επιβίωση, όταν η μουσική ήταν κάτι εξίσου απαραίτητο με τον αέρα που ο μαθητής αναπνέει; 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Ενημερωθείτε για τα νέα του Δώματος

Θαυμάσια!