https://www.domabooks.gr/web/image/product.template/1376/image_1920?unique=2280a7a
    24,99 € 22,49 € 22.490000000000002 EUR
    23,58 €

    This combination does not exist.

    Αγορά

    Το μπλόκο (1965)

    Η πιο ενδιαφέρουσα ταινία αυτής της αναθεωρητικής τάσης, ωστόσο, ήταν έργο του εξόριστου Άδωνι Κύρου. Στο διάστημα της σύντομης επιστροφής του στην Ελλάδα, το 1964, ο Κύρου έκανε τη μοναδική του ελληνική ταινία, Το μπλόκο (1965), στην οποία καταπιάστηκε με τις δύο πλευρές ενός εξαιρετικά αμφιλεγόμενου ζητήματος: την Αντίσταση και τη συνεργασία με τους Γερμανούς, ένα θέμα που την ίδια περίοδο συζητιόταν παθιασμένα και στη Γαλλία, τη χώρα που ο Κύρου είχε επιλέξει για δεύτερη πατρίδα του. 

    Παρά τον ελάχιστο προ­υπολογισμό και τα τεχνικά ελαττώματά της, η ταινία προσπαθούσε να αντιμετωπίσει το ανοιχτό τραύμα της γερμανικής Κατοχής μέσα από έναν ωμό, ζοφερό, αυστηρό ρεαλισμό. Στις 17 Αυγούστου 1944, οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους συγ­κέντρωσαν πάνω από 20.000 άνδρες στην κεντρική πλατεία της Κοκκινιάς, όπου ζούσαν πολλοί κομμουνιστές, και εκτέλεσαν 300 άτομα μπροστά στον άμαχο πληθυσμό, ενώ έστειλαν άλλους 1.200 σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου επρόκειτο να πεθάνουν αργότερα. Τα γεγονότα ήταν τόσο βάναυσα και τραυματικά, που παρέμειναν χαραγμένα στη μνήμη του λαού της Αθήνας· πολλώ δε μάλλον αφού οι Γερμανοί συνεργάστηκαν με Έλληνες οι οποίοι, με τα πρόσωπα κρυμμένα με μαύρες κουκούλες, υποδείκνυαν για εκτέλεση όσους ήταν κομμουνιστές ή μέλη της Αντίστασης. Πολλοί απ’ αυτούς τους συνεργάτες των Γερμανών δεν τιμωρήθηκαν ποτέ και έγιναν πλούσιοι και τρανοί, ιδίως μετά την ήττα των κομμουνιστών. Ήταν η πρώτη φορά που το συγκεκριμένο θέμα παρουσιαζόταν σε ταινία και μετατρεπόταν σε εξαντικειμενικευμένη αναπαράσταση στη δημόσια σφαίρα. 

    στιγμιότυπο από το μπλόκο

    Ήταν επίσης μια ταινία παράξενη από αισθητικής απόψεως, δεδομένου ότι ο Κύρου, ως Γάλλος στοχαστής, ήταν διάσημος για την κριτική που είχε ασκήσει στον ρεαλιστικό κινηματογράφο (όπως τον εννοούσε ο André Bazin) και για την προτίμησή του στις σουρεαλιστικές και τις ερωτικές ταινίες. Φαίνεται ότι η ανεπιφύλακτη υποστήριξή του στους Ήρωες της Βαρσοβίας του Andrzej Wajda (Kanal, 1957) τον ενέπνευσε να ασχοληθεί με τα φαντάσματα της δικής του νιότης και της δικής του χώρας. Ο Κύρου επαίνεσε τους Ήρωες της Βαρσο­βίας «επειδή δεν λούζονται ούτε με μακάρια αισιοδοξία ούτε με ψευδή απαισιοδοξία, επειδή αντικρίζουν τόσο τη σκληρότητα όσο και το παρά­λογο, επειδή αντλούν από αυτό μια τεράστια λαχτάρα για ζωή». Παρά τις αντιρεαλιστικές θεω­ρίες του, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο πρώην αντιστασιακός σκηνοθέτησε μια απ’ τις πιο καθηλωτικές και συναρπαστικές ρεαλιστικές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ στη χώρα και στην Ευρώπη· μια ταινία που σίγουρα αξίζει περαιτέρω μελέτη. 

    Ο Κύρου κινηματογράφησε Το μπλόκο σε εξωτερικές τοποθε­σίες όπου ο θεατής μπορούσε ακόμα να δει τα καταστροφικά σημάδια του παρελθόντος. Ταυτόχρονα, πολλοί δωσίλογοι των Γερμανών, που τώρα κατείχαν υψηλές θέσεις εξουσίας, μπορούσαν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στην ταινία και να αισθανθούν την πολιτική αιχμή της να κατευθύνεται καταπάνω τους. Η ταινία ανήκε σε μια παράδοση «σκληρού ρεαλισμού», με την οποία δεν είχε προηγουμένως δοθεί η ευκαιρία στο ελληνικό κοινό να έρθει σε επαφή. Σε μια από τις πιο φρικτές σκηνές, άνδρες που είχαν τα πρόσωπά τους καλυμμένα με μαύρες κουκούλες δείχνουν με το δάχτυλο, μέσα σε ένα πλήθος χιλιάδων ανθρώπων, συγκεκριμένα άτομα που είχαν συμμετάσχει στην Αντίσταση: η ταινία ήταν τόσο συγκλονιστική όσο και τα ίδια τα γεγονότα. Τίποτα παρόμοιο δεν είχε απεικονιστεί στο παρελθόν: η φρίκη γεννιόταν από την εικόνα Ελλήνων που πρόδιδαν άλλους Έλληνες, από τη σκληρότητα και την κτηνωδία των Γερμανών, από την πεζότητα και την ανηθικότητα των δωσίλογων. 

    στιγμιότυπο από Το μπλόκο


    Παρ’ όλα αυτά, ο Κύρου έδειξε τη ζωή να συνεχίζεται: ένα παιδί κλέβει φαγητό από τους Γερμανούς, ένας Γερμανός στρατιώτης σπάει έναν καθρέφτη καθώς κοιτάζει το είδωλό του, και μια ερωτευμένη γυναίκα προσπαθεί να φτιάξει καλό καφέ για τον άνδρα που έχει χάσει από κάποια άλλη. 

    Στο τέλος της ταινίας βλέπουμε μια διαφορετική εκδοχή του τραγικού χορού: οι γυναίκες των οποίων οι συγγενείς εκτελέστηκαν ψάχνουν ανάμεσα στο σωρό των πτωμάτων μέσα σε απόλυτη σιωπή: χωρίς κραυγές, χωρίς δάκρυα, χωρίς να εκφράζουν οποιοδήποτε συναίσθημα. Η ανησυχητική, γεμάτη ένταση σιωπή σπάει από την αργή εμφάνιση ενός παιδιού που πλησιάζει την κάμερα κοιτάζοντας απλώς τον θεατή στα μάτια — ένας φόρος τιμής στα 400 Χτυπήματα του François Truffaut (Les quatre cents coups, 1959), που τελειώνει με παρόμοιο τρόπο, και μια χαρακτηριστική απάντηση στην κινηματογραφική φιλοσοφία του Γάλλου σκηνοθέτη. 

    Το ανοιχτό τέλος έκανε την ταινία εξαιρετικά άβολη και για τις δύο πολιτικές παρατάξεις: για τη Δεξιά επειδή κανείς δεν οδηγήθηκε ποτέ στη δικαιοσύνη μετά τον πόλεμο, και για την Αριστερά επειδή η ταινία δεν αποκάλυπτε τίποτα για την ταξική συνείδηση του σκηνοθέτη της. Ως εξήγηση ο Κύρου έγραψε κάποτε:

    Η σκηνοθεσία (…) θα είναι ρεαλιστική, θα έχη την αλήθεια του «ντοκουμέντου», αλλά ταυτόχρονα θα δίνη στον λυρισμό τη θέση που δικαιωματικά κατέχει σε μιαν ιστορία ανθρώπινου πάθους. Οι χιτλερικοί της ταινίας θα εκφράζουν την ομοιόμορφη απανθρωπιά ενός υπερβολικά καλά ωργανωμένου ολοκληρωτικού στρατού και, σ’ αντίθεση, οι Έλληνες θα χαρακτηρίζωνται απ’ την ιδιαίτερη ανθρώπινη φυσιογνωμία τους ο καθένας, που μπορεί να είναι ή να μην είναι ηρωική… Το βασικό νόημα της ταινίας, θα είναι η αντικειμενική αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να μείνη αμέτοχος στα μεγάλα γεγονότα.

    Το Μπλόκο αποκάλυψε μια νέα αισθητική, παρόμοια με την αισθητική της ταινίας Ένας καταδικασμένος σε θάνατο εδραπέτευσε του Robert Bresson (Un condamné à mort s’est échappé, 1956), αλλά χωρίς την υπαρξιακή και θρησκευτική μεταφυσική της· μια ταινία για τη συντυχιακότητα της πραγματικότητας, αλλά με βαθύ σεβασμό προς το απτό και με τη ρητή πρόθεση να βοηθήσει να επουλωθεί το τραύμα της Κατοχής μέσω της απέριττης, άμεσης και κατά μέτωπο αναπαράστασής του. Η εντυπωσιακή απλότητα της ταινίας ενισχύει τη σκληρότητα και τη βαναυσότητα των απεικονιζόμενων γεγονότων. Παράλληλα, η μη ηρωική απεικόνιση των κύριων χαρακτήρων, η ταραγμένη συνείδηση του απλού ανθρώπου, ο υπαρξιακός τρόμος του θανάτου και ο προφανής φόβος απέναντι στην αδίστακτη γερμανική πολεμική μηχανή καθιστούν την ταινία του Κύρου μία από τις πιο ολοκληρωμένες απεικονίσεις της Ιστορίας στο πλαίσιο ενός ηθικού δράματος ― μία από τις καλύτερες ταινίες που έχουν παραχθεί ποτέ στην Ελλάδα.