https://www.domabooks.gr/web/image/product.template/1288/image_1920?unique=f719f47
    15,00 € 13,50 € 13.5 EUR
    14,15 €

    This combination does not exist.

    Αγορά


    Πάντως, δεν είχα πρόβλημα να κοιμάμαι μόνος. Είχα ξεχάσει τα σχετικά πλεονεκτήματα. Τέσσερα χρόνια ξαπλώναμε πλάι-πλάι κάθε βράδυ. Είχα πάθει μιθριδατισμό, είχα μάθει ν’ αποδέχομαι αδιαμαρτύρητα τις κλωτσιές, να κοιμάμαι μισοσκεπασμένος επί 1.300 νύχτες και βάλε. Τον τελευταίο καιρό η κατάσταση είχε χειροτερέψει. Κάθε έννοια ευταξίας είχε εξαφανιστεί. Η Τζόυς είχε επιστρέψει στη ζούγκλα των πρωτό­γονων, όπου ο καθένας μάχεται για την ύπαρξή του. Πλέον με κοπανούσε επίτηδες. Ό,τι ώρα και νά ’ταν, με ξυπνούσε μες στη νύχτα τραβών­τας το μαξιλάρι που είχα κάτω απ’ το κεφάλι μου· ή ξυπνούσα απ’ το μασούλημα μήλων· ή απ’ το εκλεπτυσμένο βασανιστήριο των ψίχουλων από κρακεράκια στο πλευρό μου. Έτρωγε σαν αιχμάλωτος πολέμου που είχε μόλις απελευθερωθεί, ερχόταν στο κρεβάτι με κάτι μεγάλα σάντουιτς και μ’ ένα μπουκάλι γάλα. Το πόσο γάλα κατανάλωνε ήταν τρομακτικό. Καθόταν με τα μαξιλάρια ―τα δικά της και τα δικά μου― πίσω από την πλάτη κι έτρωγε διαβάζοντας, κυρίως το Γκέζελ, Άρνολντ: Βρέφος και παιδί στον σύγχρονο πολιτισμό. Ή το Γκέζελ, Άρνολντ: Η διατροφική συμπεριφορά των βρεφών ― μια παιδιατρική προσ­έγγιση στην υγιεινή των πρώτων σταδίων ζωής (εικονογραφημένη έκδοση). Ή το Γκίλμπερτ, Μάργκαρετ: Βιογραφία του αγέννητου.  

    Δέκα φορές κάθε βράδυ πεταγόταν απ’ το κρεβάτι κι έτρεχε στην τουαλέτα, τραβώντας το καζανάκι όσο πιο δυνατά μπορούσε. Έκανε γαργάρες, έπλενε τα δόντια της, έκανε ντους. Κι ύστερα πάλι πίσω στο κρεβάτι μ’ ένα πηδηματάκι, χοπ, πλαφ και μπλουμ, και θρονιαζόταν στη μεριά της, που είχε εξελιχτεί σε ταβερνείο, μια πρησμένη θεά με μαξιλάρια για παρηγοριά. Αν εγώ κουνιόμουν, αν μουρμούριζα, ποσώς την ενδιέφερε.  

    Ω ναι, δεν είχα κανένα πρόβλημα να κοιμάμαι μόνος, να κοιμάμαι σ’ ένα κρεβάτι που δεν ήταν αλλαντοπωλείο, ν’ απλώνω τα χέρια και τα πόδια μου. Ήταν μια αιθέρια απόλαυση, μια αταβιστική ηδονή, μια επιστροφή στη Μάνα Γη. Αλλά εκείνη την κατά­λαβε τη χαρά μου. Πρέπει να την ένιωσε μέσα από τον τοίχο, γιατί τότε άρχισε να μου ζητάει πράγματα. Ένα ποτήρι γάλα, ένα σάντουιτς, ένα κουτί σπίρτα, ένα βιβλίο. Κι όταν δεν είχε τίποτ’ άλλο να ζητήσει, άναβε το φως στο κομοδίνο μου, στεκόταν όρθια από πάνω μου, βαριά και κάτασπρη και θλιμμένη, κι έλεγε: «Δεν μπορώ να κοιμηθώ». Το κρεβάτι ήταν μονό, κι όταν ερχόταν δίπλα μου, δεν έμενε καθόλου χώρος, παρά μόνο εάν ξάπλωνε ανάσκελα με το εξόγκωμα να κοιτάζει ψηλά. Έκανα στην άκρη κι ήταν σαν να κοιμάμαι στο χείλος του γκρεμού.  

    «Με σιχαίνεσαι, έτσι δεν είναι;» είπε.  

    «Όχι, δε σε σιχαίνομαι».

    «Τότε γιατί μαζεύεσαι; Τι συμβαίνει;»

    «Δεν μπορώ να κοιμηθώ επάνω σου».

    «Αν θες, μπορείς».

    «Με μπλοκάρει. Δεν μπορώ, συγγνώμη».

    «Φταίει η ανάσα μου;» Φύσηξε στη μούρη μου. Το στόμα που παλιά ήταν ζεστό και γλυκό είχε τώρα εκείνη τη μυρωδιά της εγκυμοσύνης, όχι δυσάρεστη αλλά ούτε και ευχάριστη.  

    «Δεν είναι σαφές».

    Έμεινε για λίγο ακίνητη κοιτάζοντας το ταβάνι, το λευκό βουναλάκι κουνιόταν πάνω-κάτω, με ρυθμό, τα χέρια της ήταν σταυρωμένα από πάνω του. Κι άρχισε να κλαίει, ένα μικρό ποταμάκι δάκρυα κύλησε στο πρόσωπό της.  

    «Αγάπη μου! Τι συμβαίνει;»

    «Έχω δυσκοιλιότητα» είπε μ’ αναφιλητά. «Έχω συνέχεια δυσ­κοιλιότητα». 


    Τζων Φάντε, Γεμάτη ζωή, σελ. 19–20.