https://www.domabooks.gr/web/image/product.template/1326/image_1920?unique=f3f5dd8
    15,00 € 13,50 € 13.5 EUR
    14,15 €

    This combination does not exist.

    Αγορά


     

    Γιατί, που να πάρει ο διάολος, δεν τον είχε επιστρέψει κατευθείαν το φάκελο, λέγοντας, με όση περιφρόνηση μπορούσε να επιδείξει: Δεν τα χρειάζομαι τα δωράκια σας, ευχαριστώ πολύ; Γιατί δεν της τον είχε τρίψει στα μούτρα αφού την έφτυνε προηγουμένως και της έλεγε ότι δεν ήταν παρά μια τσούλα, ένα ξέκωλο, που τη συντηρούνε άλλοι και που το παίζει κυρία μοιράζοντας τα ψιλά που είχαν περισσέψει του άντρα της; Και γιατί στο διάολο δεν του είχε δώσει τα χρήματα στο χέρι, σαν κανονικός άνθρωπος; Φοβόταν μη λερωθεί απ’ τη βρωμιά του Πόλο, μη μολυνθεί από την πλέμπα και τη φτώχεια; Ειλικρινά πίστευε η σκύλα ότι μπορούσε να τον εξαγοράσει, ότι τώρα θα είχε το δικαίωμα να του ζητάει ό,τι ήθελε και να τον ταπεινώνει όπως ο Ουρκίσα, να τον βάζει να της πλένει το λευκό της SUV ή το σπορ αυτοκίνητο του άντρα της; Τι σκατά νόμιζε πως ήταν; Σίγουρα η βασίλισσα του κόσμου, αν έκρινε κανείς απ’ την εμφάνισή της εκείνο το απόγευμα, όταν ξεκίνησε το πάρτι ακριβώς στην ώρα του, κι εκείνη εμφανίστηκε μ’ ένα φόρεμα κόκκινο με μπλε και πράσινα πουά, και διαμαντένια σκουλαρίκια που άστραφταν στα αυτιά της κάθε φορά που έπιανε τα καστανά μαλλιά της και τα τίναζε πίσω απ’ το λαιμό. Όλο το απόγευμα ο Πόλο επέμενε να την αγνοεί, αλλά λες και μια αόρατη δύναμη την έφερνε μπροστά του κάθε στιγμή· όπου και να κοίταζε, το βλέμμα του έπεφτε πάνω στη μαλακισμένη, να μοιράζει αγκαλιές και φιλιά σε ορδές μικρών αγοριών και κοριτσιών που έτρεχαν τριγύρω της με μαγιό, και σε γυναίκες ντυμένες απ’ την κορφή ώς τα νύχια με σταμπωτά φορέματα τροπικής έμπνευσης, μακιγιαρισμένες και αδύνατες όπως κι η οικοδέσποινα, τα μαλλιά τους περιποιημένα και ισιωμένα, τέλεια και νεκρά σαν περούκες, και στο βάθος οι εξίσου γελοίοι σύζυγοι με ροζ μπλουζάκια με γιακά και παστέλ πουκάμισα, παντελόνια κροπ και καφέ μοκασίνια, ηλιοψημένοι από το γκολφ, με άψογα περιποιημένα γένια και φρύδια, ένας χορός από καμπανιστές φωνές και κροταλιστά παγάκια γύρω από τον κοντοστούπη και αλαζονικό Μαρόνιο, ο οποίος σε όλη τη διάρκεια του πάρτι τραβούσε φωτογραφίες και συζητούσε για πολιτική και για δουλειές στην επιτηδευμένη γλώσσα του επαγγελματία μαλάκα, μπροστά σ’ ένα ακροατήριο που δεν έπαψε στιγμή να καταναλώνει το ένα ποτήρι μετά το άλλο από το καλύτερο εισαγόμενο ουίσκι του και να κρυφοκοιτάζει τον τρομερό κώλο της οικοδέσποινας, ενώ τα βλαστάρια τους ούρλιαζαν σαν δαιμονισμένα και χοροπήδαγαν στους παραπαίοντες τοίχους του φουσκωτού κάστρου κι έπαιρναν φόρα για να βουτήξουν με το κεφάλι στην πισίνα, εκτοξεύοντας ουρλιαχτά αυτοκτονικής υστερίας, που ωστόσο ελάχιστα ακούγονταν πάνω από τους βρυχηθμούς της μουσικής. Και κάποια στιγμή, εκεί γύρω στις έξι το απόγευμα, ο Πόλο ειλικρινά δεν άντεξε άλλο: όλος αυτός ο θόρυβος, όλοι αυτοί οι άνθρωποι· ένιωσε πως έβραζε μες στο ζουμί του.

     

    Φερνάντα ΜελτσόρΠάρανταϊς, σελίδες 36-37


    πατώντας οδηγείστε στην σελίδα του βιβλίου «Πάρανταϊς» της Φερνάντα Μελτσόρ


    Κοινοποίηση