https://www.domabooks.gr/web/image/product.template/1422/image_1920?unique=d502020
    13,00 € 11,69 € 11.69 EUR
    12,26 €

    This combination does not exist.

    Αγορά


    Μια συζήτηση με τη μεταφράστρια Μαργαρίτα Ζαχαριάδου για την «Καρδιά του σκότους» του Τζόζεφ Κόνραντ

    Κυριάκος Αθανασιάδης | Athens Voice


    Ξαναδιαβάζοντας μετά από πολλά χρόνια το βιβλίο, και μάλιστα σε μια μετάφραση που σε ανατριχιάζει και σε παρασύρει στον πλούτο της, σημείωσα δίπλα μου δύο πράγματα πάνω-πάνω, ανάμεσα σε άλλα. Βασικά και προφανή, ορισμένως, αλλά απαραίτητο να σημειωθούν: το ένα ήταν ότι αυτή η υποδειγματική νουβέλα δεν έχει βέβαια γεράσει καθόλου: αντίθετα, έχει ωριμάσει, και πρέπει, έτσι, να διαβαστεί ξανά, από πολλούς· και το άλλο ήταν ο Κόνραντ, δεν ξέρω πώς, είχε την απόλυτη συναίσθηση πως αυτό που έγραφε έμελλε έτσι ή αλλιώς να γίνει κλασικό — αδυνατώ να εξηγήσω διαφορετικά ορισμένα πράγματα, από το στιλ που επιλέγει, από τον τόνο του, από τη σιγουριά κάποιων πολύ συγκεκριμένων φράσεων (κυρίως) του διαλόγου, από τον τρόπο που στέκεται ο ίδιος απέναντι στο κείμενό του. Νομίζω πως αυτό είναι ίδιον όλων των πολύ μεγάλων συγγραφέων βέβαια: έρχεται κάποια στιγμή που ξέρεις ότι έκανες κάτι πολύ καλό, κάτι που θα μείνει. Ο Κόνραντ το ξέρει, και αυτό φαίνεται. 

    Το βιβλίο είναι μια χοάνη που κατοικείς μέσα της όσο κρατά η ανάγνωσή του. Μια σκούρα πράσινη χοάνη, υγρή και σκοτεινή. Δεν είναι δυνατόν να φύγεις από τις λέξεις, να αντιτάξεις κάποιαν άμυνα, να αποδράσεις, να «σωθείς». Επέλεξες να είσαι εκεί, γι’ αυτό και θα κουβαλάς στους ώμους μέχρι να το τελειώσεις τα επίχειρα της πράξης σου. Μόνο που το κάνεις με έναν γνήσιο ζωοποιό τρόμο, ίσως και εξαγνιστικό. Δεν ξέρω πώς γίνεται. Η ανησυχαστική «Καρδιά του σκότους» είναι ένα τρομώδες αριστούργημα. Πολύ μεγάλο βιβλίο. Αλλά πιο πολλά, πιο συγκεκριμένα, και πολύ πιο καλά, θα μας τα πει η μεταφράστρια του βιβλίου, και μέλος του Δώματος —αυτού του πρότυπου οίκου που συνηθίσαμε πια να μας ξαφνιάζει—, η καλή φίλη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, στη συζήτηση που ακολουθεί. Την ευχαριστώ τρομερά για τον χρόνο της.

    η μεταφράστρια Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

    Κ.Α.: Η αλήθεια είναι πως δεν έχω ιδέα ποια θα έπρεπε να είναι η πρώτη ερώτηση. Ή αν έχει σημασία αυτό. Το βιβλίο σε αφήνει ξεκρέμαστο, αμήχανο. Είναι αυτό που λέμε, «δεν ξέρεις πώς να το διαχειριστείς». 

    Μ.Ζ.: Έτσι το λέει κι ο ίδιος ο συγγραφέας! Το λέει από την αρχή, ότι «ετοιμαστήκαμε ν’ ακούσουμε άλλη μια αφήγηση του Μάρλοου χωρίς ηθικό δίδαγμα». Συγγραφικά, κατ’ αρχάς, νομίζω πως θέλει τεράστια κότσια για να πεις μια ιστορία χωρίς απαντήσεις στο τέλος, αλλά μόνο με ερωτήματα. Βασικά, σε αφήνει να κοιτάζεις την άβυσσο. Σηκώνεις το κεφάλι από το βιβλίο και αναρωτιέσαι, «Εγώ τώρα πού είμαι σε όλο αυτό;» Η απάντηση είναι, «Καλωσήρθες στη μεγάλη λογοτεχνία». 

    Κ.Α.: Λοιπόν, τι είναι ο Κουρτς; Ας πιάσουμε αυτό. Ήρωας; Villain; Θεός; Τρελός; Εάν, τι τον έχει οδηγήσει στην τρέλα; Και τι σημαίνουν τα περίφημα τελευταία λόγια του, αυτή η επανάληψη; «Η φρίκη! Η φρίκη!» 

    Μ.Ζ.: Το τρομερό είναι πως πρόκειται απλώς για άνθρωπο. Όλα τα πρόσωπα εκεί μέσα είναι απλώς άνθρωποι, που ενδεχομένως, όπως όλοι μας, έχουν αναπτύξει κάποιες πλευρές της φύσης τους περισσότερο από άλλες. Το ίδιο και ο Κουρτς. Η διαφορά του Κουρτς από τους άλλους είναι ότι εκείνος βρέθηκε σε μια συνθήκη (ή μάλλον, χάρη σε μια ιδιότυπη ευφυία, τη δημιούργησε), όπου μπόρεσε να ξεφορτωθεί εντελώς τα όρια της ελευθερίας του, εξωτερικά και εσωτερικά. Όταν έμεινε μόνος όμως, δεν προσπάθησε, σαν τον Ροβινσώνα Κρούσο, ας πούμε, να αναπαραγάγει τον πολιτισμό που άφησε πίσω του. Αντιθέτως, τον κατήργησε τον πολιτισμό, κράτησε μόνο την περίφημη «ευφράδειά» του, τον Λόγο, προφανώς ως άλλος Θεός. Και μ’ αυτόν τον Λόγο έφτιαξε μια Κόλαση, που δεν έχει αγάπη, δεν έχει έλεος, έχει μόνο αποτελεσματικότητα, βία και υπακοή. Τα όριά μας, λέει ο Κόνραντ, είναι, ταυτόχρονα, και η ελευθερία μας, διότι είμαστε πολύ ανόητα και πολύ ατελή όντα, με ροπή στην καταστροφή, έτσι και μας αφήσεις να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Όντα με πολύ σκοτεινή καρδιά. Και, το χειρότερο, το ξέρουμε, ή το συνειδητοποιούμε κάποια στιγμή. Αυτή είναι «Η φρίκη!» (δις). 

    Κ.Α.: Το βιβλίο παίζει συνέχεια με δίπολα. Λευκό και μαύρο, Ευρώπη και Αφρική, ζωή και θάνατος, πολιτισμός και πρωτογονισμός, μια εκλεπτυσμένη κοινωνία και η αγριάδα, Τάμεσης και Κονγκό, ο Κουρτς που είναι κάτι και ο Κουρτς που φαίνεται σαν κάτι άλλο. Ωστόσο νιώθω πως όλα αυτά τα «αντίθετα» γίνονται ΕΝΑ στο τέλος-τέλος. 

    Μ.Ζ.: …Το φως και το σκοτάδι ― το πιο βασικό μοτίβο. Προφανώς έχεις δίκιο πως όλα γίνονται ένα, ή μάλλον, είναι ένα εξ αρχής. Ή το ένα εμπεριέχει το άλλο. Ή συνυπάρχουν ισότιμα. Ο πολιτισμός, μας λέει ο Κόνραντ, είναι μια αναλαμπή στο σκοτάδι, είναι βάλσαμο. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχει και κάτι το βαθιά γελοίο: όλη η σκηνή στα γραφεία της «Εταιρείας» είναι, κατά τη γνώμη μου, από τις πιο εμβριθείς (και αστείες) διακωμωδήσεις του Δυτικού Πολιτισμού. Ή η σκηνή με τη φρεγάτα που βαράει με τα κανόνια στα κουτουρού τη ζούγκλα. Το μέτρο, βέβαια, είναι παντού ο άνθρωπος απέναντι στη φύση ― τη μεγάλη, τρομακτική Φύση, και τη φύση του. 

    Κ.Α.: Να δούμε λίγο τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται το βιβλίο; Ας πούμε, για κάποιον που δεν το ξέρει καθόλου. 

    Μ.Ζ.: Το βιβλίο ξεκινάει με έναν ήσυχο στοχασμό του αφηγητή, του Μάρλοου, για το πώς ήταν η Βόρεια Ευρώπη (που στις μέρες του Κόνραντ, στο μεταίχμιο του 19ου και του 20ού αιώνα, ήταν η πεμπτουσία του φωτός και του πολιτισμού) τον καιρό που και εκεί υπήρχε το σκοτάδι του άγριου τόπου, οπότε το θέμα αυτό (και η σχετικοποίησή του) μπαίνει εξ αρχής στο προσκήνιο. Στη συνέχεια βλέπουμε την προσωπική αναζήτηση του Μάρλοου (σχεδόν πλήρως ως alter ego του συγγραφέα) και την εμμονή του με την «ανακάλυψη» της Αφρικής. Φτάνοντας στον Σταθμό, αποκτάμε μια πρώτη ιδέα της σκληρής πραγματικότητας που μεταφέρει το βιβλίο ― τον πραγματικό τρόπο με τον οποίο οι λευκοί χρησιμοποίησαν τον ντόπιο πληθυσμό, το έγκλημα διαρκείας που διέπραξαν. Και μαθαίνουμε για τον Κουρτς, μισόλογα, ακριτομυθίες, ανάμεικτες γνώμες, για έναν άνθρωπο που, προφανώς, είχε μια ιδιαίτερη ευφυία αλλά που κυρίως αψήφησε τους πάντες και τα πάντα. Τέλος, το ερώτημα, πώς επιβιώνει κανείς όταν έχει αντικρίσει την άβυσσο; Πώς επιστρέφει στην «κανονική ζωή»; Και ποια είναι, τελικά, η κανονική ζωή; 

    Κ.Α.: Είναι ένα βιβλίο που μπορεί να έχει πολλές αναγνώσεις, έτσι δεν είναι; Άραγε πώς μπορούσε αυτό να λειτουργήσει στην εποχή του, και πώς λειτουργεί σήμερα; Αυτό το έπος των διφορούμενων εννοιών; 

    Μ.Ζ.: Ξέρουμε πως ήταν «δύσκολο» βιβλίο και στην εποχή που γράφτηκε. Πολύ σκοτεινό. Ίσως υπερβολικά σκοτεινό για μια Ευρώπη που ακόμα δεν είχε περάσει δύο Παγκοσμίους Πολέμους. Οι φρικαλεότητες που συνέβησαν στο Κονγκό βγήκαν σταδιακά στην επιφάνεια (είχε και η «Καρδιά του σκότους» συμμετοχή σ’ αυτό) και δεν έγιναν γνωστές σε όλη τους την έκταση παρά μόνο πολύ αργότερα. Έχει κάθε εποχή τις «ανησυχίες» της, και δεν παραλείπει ποτέ να τις προβάλλει στα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας, τα οποία δεν έχουν τρόπο να αμυνθούν. Προσωπικά, η εμμονή με το «επίκαιρο» στα πιο παλιά βιβλία με ενοχλεί. Μια από τις χαρές και τις χάρες της λογοτεχνίας είναι ότι πηγαίνει εμάς εκεί, όχι ότι εμείς μένουμε εδώ που είμαστε και προσπαθούμε να τη φέρουμε στα μέτρα μας. Η πρόθεση του Κόνραντ ήταν να μιλήσει για την ανθρώπινη φύση. Και το έκανε τοποθετώντας την ιστορία του σε μια εξαιρετικά ζοφερή συνθήκη: στο περιβάλλον του αποικιοκρατικού εγκλήματος στο Κονγκό. Έχουν δημοσιευτεί πάμπολλες σύγχρονες μελέτες, σοβαρότατες μελέτες, για το πόσο «απαράδεκτα» απεικονίζονται οι γυναίκες, ας πούμε, ή η μαύρη φυλή, λες και το βιβλίο έπρεπε να είχε γραφτεί σύμφωνα με τις σημερινές ευαισθησίες. Τα βιβλία λειτουργούν καλύτερα, πλουσιότερα, όταν ο αναγνώστης αφήνεται στην πρόθεση, το βάθος (και τη μαστοριά) του συγγραφέα, και όχι στα προτάγματα της επικαιρότητας. 

    Κ.Α.: Ο Κόνραντ επιλέγει να γράψει το βιβλίο του στο δεύτερο πρόσωπο, ή για την ακρίβεια στο δεύτερο πληθυντικό: ο Μάρλοου απευθύνεται στους συνταξιδιώτες του. Είναι μια τεχνική αυτή που τον εξυπηρετεί πολύ γιατί δίνει τη δυνατότητα για κάποιες μικρές παύσεις, για κάποιες απότομες ανάσες, για επαναλήψεις, για παρεκκλίσεις. Είναι, νομίζω, σπάνια τεχνική. Ή κάνω λάθος; 

    Μ.Ζ.: Η «αφήγηση μέσα στην αφήγηση», που χρησιμοποιεί ο Κόνραντ, δεν είναι, ίσως, κάτι καινοφανές, αλλά ο τρόπος που το κάνει είναι μεγαλοφυής. Καταφέρνει να βάζει τον αναγνώστη να συμμετέχει στην ιστορία σε τρία διαφορετικά επίπεδα: ως Μάρλοου στην Αφρική, ως ένας απευθείας ακροατής του Μάρλοου στον ήρεμο Τάμεση και ως αναγνώστης που διαβάζει το βιβλίο. Κι ο κάθε ρόλος προσφέρει και μια άλλη οπτική και εμπειρία. 

    Κ.Α.: Πάμε σε κάτι άλλο, αν θες. Το βιβλίο βέβαια μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1979, με το «Αποκάλυψη τώρα». Γίνεται πολύς λόγος τελευταία για τη μεταφορά κλασικών έργων, και αρχαίων δραμάτων, στην Επίδαυρο και αλλού. Νομίζω πως το φιλμ του Κόπολα απαντά σε όλα αυτά διά του παραδείγματος: ο Κόπολα διασκευάζει την «Καρδιά του σκότους» αλλά με έναν τρομερά δημιουργικό τρόπο. Δεν χρησιμοποιεί καν τον ίδιο τίτλο, αν και θα του πήγαινε φυσικά απολύτως. 

    Μ.Ζ.: Ο Κόπολα αντιλήφθηκε τέλεια τα βασικά ζητούμενα του Κόνραντ: τον ζόφο που αναβλύζει από εκεί που δεν υπάρχει η «καταπίεση» του πολιτισμού, το εσωτερικό φρένο. Και πόσο φρικτά σαγηνευτικός είναι αυτός ο ζόφος. Από την άλλη, ο Κόπολα θέλησε να μεταφυτεύσει το σκηνικό σε μια υπόθεση που πονούσε πολύ την Αμερική, στον πόλεμο του Βιετνάμ. «Επικαιροποίησε» το έργο, το μετατόπισε γεωγραφικά και έφτιαξε κάτι άλλο, αδελφό, επίσης μεγαλειώδες. Χωρίς να καπηλευτεί τον τίτλο του Κόνραντ.

    Κ.Α.: Αν κάθε μετάφραση έχει έναν άλφα βαθμό δυσκολίας, η «Καρδιά του σκότους» πού στέκεται στην κλίμακα; Και ας κλείσουμε την κουβέντα με αυτό. 

    Μ.Ζ.: Ένα τόσο συγκλονιστικά καλό βιβλίο (όπου «καλό» σημαίνει: ο συγγραφέας του ξέρει ακριβώς τι θέλει να πει και το λέει με τον ιδανικό τρόπο) είναι δύσκολο και ταυτόχρονα είναι πανεύκολο. Το «πανεύκολο» έγκειται στη διαύγεια του πνεύματος που το διέπει, με το οποίο άπαξ και συντονιστείς, δεν το χάνεις, σε πηγαίνει το ποτάμι, και είναι τρελή χαρά αυτό. Το δύσκολο είναι να κρατήσεις την ομορφιά, τον τόνο, το βάθος. Να μην κάνεις λάθη και τρακάρεις σε βράχια και κούτσουρα, όπως το ποταμόπλοιο του Μάρλοου. Είναι μια διαδρομή με βαθμό δυσκολίας ψηλά-ψηλά στα κόκκινα. 

    Κ.Α.: Ή καλύτερα, ας κλείσουμε με ένα παράθεμα από το βιβλίο. Κάτι που να δείχνει (ένα μέρος από) την ουσία του. 

    Μ.Ζ.: «Δεν εννοώ βέβαια πως το ατμόπλοιο ήταν διαρκώς στην επιφάνεια του νερού. Χρειάστηκε πάνω από μια φορά να πλατσουρίσει και λίγο στα ρηχά, με είκοσι κανίβαλους τριγύρω να παλεύουνε μες στα νερά για να σπρώξουν. Είχαμε πάρει μερικούς τέτοιους εν είδει πληρώματος. Έξοχoι κύριοι —οι κανίβαλοι— στη δουλειά τους. Άνδρες με τους οποίους μπoρούσες να συνεργαστείς, και τους είμαι ευγνώμων. Και, εν πάση περιπτώσει, δεν έκατσαν να φάνε ο ένας τον άλλον μπροστά μου: είχαν φέρει μαζί τους κάμποσο κρέας ιπποπόταμου, το οποίο σάπισε, κι έτσι το μυστήριο της ζούγκλας έγινε σκέτη μπόχα μες στη μύτη μου. Πφφ! Ακόμα το μυρίζω. Είχα μαζί και τον διευθυντή, και τρεις-τέσσερις απ’ τους προσκυνητές με τα ραβδιά τους — ήμασταν πλήρεις. Πότε-πότε συναντούσαμε κανένα σταθμό κοντά στην όχθη, να κρέμεται απ’ τα φουστάνια του Άγνωστου. Kαι φάνταζαν τόσο μα τόσο αλλόκοτοι οι λευκοί που έβγαιναν τρέχοντας από την ετοιμόρροπη τρώγλη τους και μας καλωσόριζαν κουνώντας έξαλλα τα χέρια απ’ τη χαρά και την έκπληξή τους — έμοιαζαν λες και κάποιο ξόρκι τούς κρατούσε αιχμάλωτους σ’ εκείνα τα μέρη. Για λίγο ακουγόταν παντού η λέξη “ελεφαντόδοντο” — κι ύστερα συνεχίζαμε το ταξίδι, μες στη σιωπή, περνώντας δίπλα από εκτάσεις άδειες, καβατζάροντας καμπές της κοίτης, ανάμεσα στα ψηλά τοιχώματα του φιδογυριστού μας δρόμου, όπου αντηχούσε σαν κούφιος κρότος ο αργός, ρυθμικός χτύπος του τροχού της πρύμνης. Δέντρα, δέντρα, εκατομμύρια δέντρα, πελώρια, σε τεράστια ύψη· και μπροστά στα πόδια τους, κόντρα στο ρεύμα και σχεδόν χαϊδεύοντας την όχθη, περνούσε το μικρό, βρώμικο ατμόπλοιο, σαν βραδυκίνητο σκαθάρι που περπατάει στο πάτωμα μιας θεόρατης στοάς. Ένιωθες πολύ μικρός, ολότελα χαμένος. Κι όμως, εκείνο το συναίσθημα δεν ήταν ακριβώς καταθλιπτικό. Στο κάτω- κάτω, όσο μικρός κι αν ήσουν, το βρωμερό σκαθάρι συνέχιζε να περπατάει — έκανε δηλαδή αυτό ακριβώς που ήθελες να κάνει. Προς τα πού φαντάζονταν οι προσκυνητές πως πορευόταν το σκαθάρι; Αυτό δεν το ξέρω. Μάλλον προς κάποιο μέρος όπου ήλπιζαν πως θά ’βρισκαν κάτι. Στο δικό μου μυαλό, το σκαθάρι περπατούσε προς τον Κουρτς — και μόνο. Όταν όμως οι σωλήνες του ατμού άρχισαν να χάνουν, ο ρυθμός μας έγινε πολύ αργός. Το ποτάμι ανοιγόταν μπροστά μας κι έκλεινε πίσω μας, λες και το δάσος είχε μπει, χαλαρά κι ανέμελα, στο νερό για να μας φράξει το δρόμο της επιστροφής. Χωνόμασταν όλο και πιο βαθιά στην καρδιά του σκότους. Κι είχε πολλή σιωπή εκεί μέσα. Καμιά φορά, τις νύχτες, ο ήχος των ταμπούρλων ξέφευγε από το παραπέτασμα των δέντρων και κατέβαινε στο ποτάμι, κι έμενε να αιωρείται αχνός, μετέωρος, ψηλά πάνω απ’ τα κεφάλια μας, μέχρι το πρώτο φως της μέρας. Τι μπορεί να σήμαινε —πόλεμο, ειρήνη ή προσευχή— δεν το ξέραμε». 

    Κ.Α.: Χίλια ευχαριστώ!

    Η συνέντευξη στην Athens Voice