https://www.domabooks.gr/web/image/product.template/1288/image_1920?unique=f719f47
    15,00 € 13,50 € 13.5 EUR
    14,15 €

    This combination does not exist.

    Αγορά


    Δυο μέρες αργότερα ήρθε στο σπίτι μας ο πατέρας Τζων Γκοντάλφο. Τον βρήκα να κάθεται στο σαλόνι μαζί με την Τζόυς και τον μπαμπά. Ο πατέρας Γκοντάλφο ήταν ζόρικο αρσενικό. Ήταν παπάς στους πεζοναύτες στις μάχες του Νότιου Ειρηνικού. Με περίμενε στο σπίτι πάνω από μια ώρα. Λόγω ζέστης, είχε βγάλει το πανωφόρι του και καθόταν μ’ ένα άσπρο μακό, με τις μαύρες τρίχες του μυώδους στήθους του να ξεπηδάνε μέσα απ’ το ύφασμα. Είχε μπράτσα παλαιστή και διατηρούνταν σε φόρμα παίζοντας χάντ­μπολ στον τοίχο του γκαράζ της εκκλησίας. Ήταν νεαρός ιερωμένος, 42 χρονών το πολύ, με σκούρο σιτσιλιάνικο πρόσωπο, σπασμένη μύτη και στρατιωτικό κούρεμα. Έμοιαζε με παίχτη του φούτμπολ στην ομάδα της Σάντα Κλάρα. Με το που τον είδα, κατάλαβα ότι ήταν, σαν εμένα, ιταλικής καταγωγής, και η αίσθηση του ­όμαιμου γρήγορα δημιούργησε ανάμεσά μας μια άγρια οικειότητα. Όταν κάναμε χειραψία, μου έλιωσε τα δάχτυλα.  

    «Η ώρα είναι πεντέμισι, Φάντε. Πού ήσουνα;»

    Του είπα, στη δουλειά.  

    «Τι ώρα σχολάς;»

    Του είπα, λίγο μετά τις τέσσερις.  

    «Τέσσερις; Και πού ήσουν εδώ και μιάμιση ώρα;»

    Του είπα, στο Λούσυς για ένα ουίσκι.  

    «Δεν το ξέρεις ότι η γυναίκα σου είναι έγκυος;»

    Η Τζόυς καθόταν σε μια πολυθρόνα, με το μεγάλο εξόγκωμα αραγμένο νωχελικά επάνω της, και με τα γόνατά της ελαφρώς ανοιγμένα για να το υποστηρίζουν. Τον πατέρα Τζων τον λάτρευε. Ένιωσα τον ίδιο θαυμασμό κι απ’ τη μεριά του μπαμπά μου, καθώς και μια ελαφρά εχθρότητα προς το πρόσω­­πό μου.  

    «Τι πρόβλημα έχεις να πιεις το ποτό σου εδώ, στο σπίτι σου;» είπε ο πατέρας Τζων. «Με τη γυναίκα σου και μ’ αυτό τον σπουδαίο άντρα, τον πατέρα σου; Το σκέφτηκες ποτέ αυτό, Φάντε;»  

    Θαύμασα τους ώμους του, τη μαύρη ένταση των ματιών του.

    «Βεβαίως, πάτερ. Πίνω πολύ συχνά σπίτι μου, πάρα πολύ συχνά».

    «Είναι ώρα να βάλεις λιγάκι μυαλό, Φάντε».

    «Βεβαίως, πάτερ. Αλλά…»

    «Μη μου αρχίζεις τις κόντρες, μικρέ. Νομίζεις πως γεννήθηκα χτες;»

    Δεν ήθελα κόντρες με κανέναν. Κοιτάζοντας την Τζόυς, κατά­λαβα ότι είχε παρασυρθεί απ’ το φλογερό πάθος των ασαφών προτροπών του πατέρα Τζων. Εκείνη τη στιγμή δεν με ενέκρινε καθόλου. Το ίδιο κι ο μπαμπάς μου, ο οποίος καθόταν μ’ ένα μπουκάλι κρασί μπροστά του, βρέχοντας τα χείλια του και κουνώντας το κεφάλι όλο σοφία στα λόγια του παπά.  

    Ο πατέρας Τζων χτύπησε τα χέρια του, τα έτριψε με πολλή δύναμη, και είπε: «Λοιπόν, πάμε στο ψητό. Φάντε, η γυναίκα σου σκοπεύει να ενταχθεί στην Αγία Ρωμαϊκή Καθολική Εκκλησία. Έχεις καμιά αντίρρηση;»

    «Όχι, πάτερ».

    Και όντως, αυτή ήταν η αλήθεια. Δεν γινόταν να υπάρξει αντίρρηση. Μπορεί να ήθελα να συμβεί κάτι άλλο, μπορεί να ήθελα να αναβάλει για λίγο την απόφασή της, αλλά αυτό ήταν διαφορετικό ζήτημα.  

    «Και μ’ εσένα τι γίνεται; Ο πατέρας σου εδώ, αυτός ο σπουδαίος και υπέροχος άνθρωπος, μου λέει ότι ίδρωσε και μόχθησε για να σου προσφέρει μια σωστή Καθολική διαπαιδαγώγηση. Αλλά τώρα εσύ διαβάζεις βιβλία, και γράφεις και βιβλία από πάνω. Τι έχεις τέλος πάντων εναντίον μας, Φάντε; Πρέπει να είσαι μεγάλο σαΐνι εσύ. Για πες μου λοιπόν. Ακούω».

    «Δεν έχω κάτι εναντίον της Εκκλησίας, πάτερ. Απλώς θέλω λίγο να σκεφτώ…»

    «Μάλιστα, κατάλαβα! Το αλάθητο του Αγίου Πατέρα μας. Θέλεις να μάθεις αν ο Επίσκοπος της Ρώμης έχει όντως το αλάθητο σε ζητήματα πίστης και ηθικής. Λοιπόν, Φάντε, σ’ το ξεκαθαρίζω μια και καλή: Ναι, το έχει. Τι άλλο σ’ απασχολεί;»

    Γύρισα προς τον μπαμπά μου, του πήρα το μπουκάλι και ήπια μια γουλιά. Η ξαφνική επίθεση του πατέρα Τζων με είχε αποδιοργανώσει, και έπρεπε να ηρεμήσει ο νους μου.  

    «Ξέρετε, πάτερ. Η Θεοτόκος Μαρία…»

    «Θα σου πω και για τη Θεοτόκο Μαρία, Φάντε. Θα σ’ το ξεκαθαρίσω μια και καλή, στα ίσα. Λοιπόν, η Θεοτόκος Μαρία συνέλαβε τον γιο της αναμάρτητη, και με το θάνατό της αναλήφθηκε στους ουρανούς. Προφανώς ένα σαΐνι σαν εσένα αυτό μπορεί να το καταλάβει με τη μία».

    «Ναι, πάτερ. Θα το δεχτώ για την ώρα. Αλλά στη λειτουργία, στη θεία κοινωνία…»

    «Ναι, στη θεία κοινωνία το ψωμί και το κρασί γίνονται το σώμα και το αίμα του Χριστού. Τι άλλο σε προβληματίζει;»

    «Πώς να το πω, πάτερ. Όταν ένας άνθρωπος πηγαίνει να εξομολογηθεί…»

    «Ο Χριστός έδωσε στους ιερωμένους του τη δύναμη να συγχωρούν τις αμαρτίες λέγοντας: “Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται”. Το γράφει η Καινή Διαθήκη. Διάβασέ το και μόνος σου».

    «Καταλαβαίνω τα λόγια, πάτερ. Αλλά το δόγμα περί προπατορικού αμαρτήματος…»

    «Α, ώστε αυτό είναι! Λέγοντας προπατορικό αμάρτημα εννοούμε ότι ως τέκνα των προπατόρων μας έχουμε συλληφθεί εν αμαρτία και παραμένουμε εν αμαρτία μέχρι το ιερό μυστήριο της βαπτίσεως».

    «Ναι, πάτερ. Ξέρω. Αλλά η ανάσταση…»

    «Η ανάσταση; Για όνομα του Θεού, Φάντε. Αυτό είναι πανεύ­κολο. Ο Κύριος ο Θεός μας, ο Ιησούς Χριστός, σταυρώθηκε και κατόπιν ανέστη εκ νεκρών, και αυτό αποτελεί την υπόσχεση της αθανασίας για όλα τα τέκνα του. Ή μήπως προτιμάς να ψοφήσεις σα σκυλί και να καταδικαστείς στον αιώνιο θάνατο;»

    Αναστέναξα και κάθισα. Δεν είχα τίποτε άλλο να πω. Ο μπαμπάς μου τότε καθάρισε το λαιμό του, μ’ ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη, και ύψωσε το μπουκάλι. Υπήρχε μια παράξενη ζεστασιά στα μάτια του. Τα ρούχα του ήταν γεμάτα στάχτες από το πούρο του.  

    «Ο μικρός διαβάζει υπερβολικά πολύ, πάτερ. Του το λέω εδώ και χρόνια».  

    Άρα ήμουν πλέον «ο μικρός».

    «Μα μου αρέσει να διαβάζω, μπαμπά. Και είναι και μέρος της δουλειάς μου».

    «Φταίνε όλα αυτά τα βιβλία, πάτερ. Αντισύλληψη, μου τό ’πε ο ίδιος».

    «Αντισύλληψη;» Ο πατέρας Τζων χαμογέλασε θλιμμένα και κούνησε το κεφάλι του. «Θα σου πω για την αντισύλληψη στην Καθολική Εκκλησία, Φάντε. Δεν έχει τέτοιο πράγμα».

    «Του τό ’πα κι εγώ, πάτερ. Του είπα: “Δε μ’ αρέσουνε αυτά”. Δε φταίει η κοπελιά, πάτερ. Είναι Προτεστάντισσα. Έτσι έχει μάθει. Αλλά αυτός ― μου τό ’πε: “Θέλω αντισύλληψη στην οικο­γένειά μου”. Μου το είπε, σ’ εμένα τον ίδιο, πριν κάνα-δυο μέρες. Σ’ εμένα, στον πατέρα του».

    «Όντως είπα κάτι παρόμοιο» παραδέχτηκα. «Αλλά εγώ, πάτερ, εννοούσα ότι το εισόδημά μου…»

    «Βλέπεις;» πετάχτηκε ο μπαμπάς. «Είναι σχεδόν τέσσερα χρόνια παντρεμένοι. Άφθονος χρόνος για δυο παιδιά, ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι. Τα εγγόνια μου. Αλλά πού ’ν’ τα, πάτερ; Ψάξε όλα τα δωμάτια, ψάξε όπου θες, ψάξε κάτω απ’ τα κρεβάτια, ψάξε μέσα στις ντουλάπες. Δε θα τα βρεις. Ο μικρός Νίκυ κι η μικρή Φιλομήνα. Ο Νίκυ θα ήταν περίπου τριών χρονών τώρα, θα μιλούσε με τον παππούλη του. Πήγαινε στην πίσω αυλή· ψάξε στο γκαράζ. Όχι, δε θα τα βρεις, γιατί δεν υπάρχουν. Και φταίει αυτός εδώ!» Ο δεξιός δείκτης του μπαμπά μου, αυτός με το σπασμένο νύχι, εξαπολύθηκε καταπάνω μου.  

    «Σταμάτα, μπαμπά».

    «Δε σταματάω! Θέλω να μάθω! Είμαι ο παππούλης τους εγώ! Πού είναι ο Νίκυ; Πού είναι η Φιλομήνα;»


    Τζων Φάντε, Γεμάτη ζωή, σελ. 109–113.