https://www.domabooks.gr/web/image/product.template/1392/image_1920?unique=f3f5dd8
    15,00 € 13,50 € 13.5 EUR
    14,15 €

    This combination does not exist.

    Αγορά

    Ο μύθος σαν παραμύθι

    Γρηγόρης Μπέκος | Το Βήμα


    Ας ξεκινήσουμε με κάτι που έχει ενδιαφέρον, που δεν είναι απλώς μια αίσθηση αλλά θα μπορούσε εύκολα να επαληθευθεί και στατιστικά, αν μετρούσαμε τα βιβλία ένα προς ένα. Το έτος που διανύουμε και σιγά σιγά φτάνει στο τέλος του, το 2023, αποτελεί για την ελληνική εκδοτική αγορά το αποκορύφωμα μιας πρόσφατης τάσης η οποία, όπως συμβαίνει συνήθως, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό προφανώς, από διεθνής γίνεται κάποια στιγμή και εγχώρια. Η λεγόμενη «Μαύρη Ηπειρος» φαίνεται να ενδιαφέρει λογοτεχνικά όλο και περισσότερο τον υπόλοιπο πλανήτη. Οι ιστορίες της Αφρικής ή οι ιστορίες που μοιραία συμπεριλαμβάνουν την Αφρική σε έναν άνισο κόσμο που μετασχηματίζεται με ταχύτατους ρυθμούς, ιστορίες διαφορετικές μεταξύ τους και γραμμένες σε διαφορετικές γλώσσες, όπως τα αγγλικά, τα γαλλικά ή τα πορτογαλικά, δηλαδή σε γλώσσες οι οποίες ασφαλώς και συγκροτούν μία ακόμη όψη της κληρονομιάς του αποικιακού φαινομένου, πλέον ακούγονται πιο δυνατά παντού. Η συγκεκριμένη εξέλιξη έρχεται να διευρύνει και τις γνώσεις μας (για το παρελθόν και το παρόν της Αφρικής) και τις αισθητικές μας αντιλήψεις (για αφηγηματικούς τρόπους και αντίστοιχες υφολογικές αναζητήσεις) και τις ευαισθησίες μας (ευρύτερα για ζητήματα της κοινωνίας, είτε στη διαχρονική είτε στην επικαιρική τους διάσταση, καθότι η μετανάστευση των ανθρώπων, επί παραδείγματι, δεν απασχολεί μόνο τη σημερινή ειδησεογραφία αλλά και χάνεται, ως πραγματικότητα, στα βάθη του χρόνου). 

    Ο καιρός της ξηρασίας

    Πάντως, για να έλθουμε και στο προκείμενο, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν είχαν κυκλοφορήσει και δεν είχαμε διαβάσει ποτέ άλλοτε μεταφρασμένους στην Ελλάδα τόσους αφρικανούς συγγραφείς (ή συγγραφείς αφρικανικής καταγωγής). Υπό αυτήν ακριβώς την έννοια, μεταξύ άλλων, η φετινή έκδοση του σύντομου μυθιστορήματος "Ο Κιμπογκό ανέβηκε στον ουρανό" (Kibogo est monté au ciel, 2020) προέκυψε σε μια καλή συγκυρία και, ίσως, δίνει την ευκαιρία στους αναγνώστες (στους πιο φιλοπερίεργους, τουλάχιστον) να εκτιμήσουν το αξιοσέβαστο έργο της 66χρονης Σκολαστίκ Μουκασονγκά, μιας γνωστής γαλλόφωνης πεζογράφου από τη Ρουάντα, η οποία έχει κάνει σκοπό της ζωής της μια δύσκολη μάχη, μια μάχη προσωπική και εθνική, τη μάχη απέναντι στη λήθη. Η ίδια έχει δηλώσει σε συνέντευξή της ότι προτιμά να βλέπει τον εαυτό της «σαν παραμυθού παρά σαν συγγραφέα» διότι, όπως λέει και μια παροιμία της πατρίδας της, «αυτός που λέει παραμύθια δεν έχει μίσος στην καρδιά του». Τι όμορφη φράση και, ομολογουμένως, πόσο ισχύει στην περίπτωση αυτής της γυναίκας η οποία, παρότι έχει βιώσει ανείπωτες καταστάσεις, εξακολουθεί να δημιουργεί και να ανιχνεύει στη λογοτεχνική συνθήκη μιαν απτή ελπίδα.

    Το βιβλίο της "Ο Κιμπογκό ανέβηκε στον ουρανό", όπου έντεχνα καλλιεργεί το «εμείς» ως μια συλλογική οπτική γωνία, αρθρώνεται σε τέσσερα αλληλένδετα μέρη και διαδραματίζεται «τον καιρό της Ρουζαγκαγιούρα», μιας εκτεταμένης ξηρασίας και, επομένως, μιας αμείλικτης πείνας που σάρωσε τη φτωχή Ρουάντα «κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου», του πολέμου όλων των Λευκών, των «Μπαζουνγκού». Το χρονικό διάστημα που καλύπτει η αφήγηση της Μουκασονγκά δεν προσδιορίζεται επακριβώς, πλην όμως, εφόσον κάπου εμφανίζεται ο Χίτλερ, ένας Χίτλερ μάλιστα που, σύμφωνα με τους βέλγους αποικιοκράτες της Ρουάντας, εκδικητικά εμπόδιζε ακόμη και την πολυπόθητη βροχή να πέσει στο διψασμένο χώμα, συμπεραίνουμε ότι τα όσα παρακολουθούμε εκτυλίσσονται, πάνω κάτω, στα μέσα του περασμένου αιώνα. Λοιπόν, τότε η Ρουζαγκαγιούρα συνέχιζε «να σκεπάζει τα λιμασμένα κορμιά με το σάβανο της κόκκινης σκόνης της» και σκορπούσε απλόχερα την απελπισία. «Τα όρνια και οι ύαινες, που ‘χαν στο μεταξύ χορτάσει, περιφρονούσαν τα κουφάρια των ανθρώπων» γράφει ανατριχιαστικά η Μουκασονγκά. Το στερέωμα με τίποτα δεν άνοιγε, ούτε σταγόνα δεν κατέβαινε από ψηλά και, κοντολογίς, το νερό νεράκι. Ωστόσο, τι έπρεπε να γίνει προκειμένου να σταματήσει εκείνη η συμφορά, η πρωτοφανής και δολοφονική ανομβρία; Σε ένα χωριό (που για τους «εξελιγμένους» ευρωπαίους παπάδες ήταν, κατά τα λοιπά, ένα από τα τελευταία αμαρτωλά προπύργια της «βορβορώδους ειδωλολατρίας») όλοι συμφωνούσαν ότι κάποιος έπρεπε, επιτέλους, να φέρει τη βροχή. Οπωσδήποτε, δίχως αμφιβολία, κάποιος θεός έπρεπε να δώσει τη λύση. 

    Ο βροχοποιός Θεός

    Ομως ποιος από όλους τους θεούς; Ο Γεζού, ο ξενόφερτος θεός των χριστιανών ιεραπόστολων, ή ο δικός τους, ο αρχέγονος Κιμπογκό; Ενας θρύλος, ο οποίος πέρασε από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά, ήθελε τον περήφανο πρίγκιπα Κιμπογκό να έχει πρόθυμα θυσιαστεί (παλαιότερα, σε ανάλογο καθεστώς έκτακτης ανάγκης) ώστε να σωθεί η Ρουάντα και ο λαός της. Υπήρχαν, βεβαίως, αντικρουόμενες εκδοχές για το πώς ακριβώς ο Κιμπογκό ανέβηκε στον ουρανό. Αραγε «τον πήρε το σύννεφο» ή «τον χτύπησε ο κεραυνός»; Ούτως ή άλλως, ο Κιμπογκό είχε φέρει τη βροχή. Αυτό ήταν το κρίσιμο. Συνεπώς, γιατί όχι, μήπως θα μπορούσε να βοηθήσει και πάλι; Στα κρυφά, διότι οι ντόπιοι συνεργάτες των αποικιοκρατών καραδοκούσαν για κάθε πιθανή εκδήλωση δεισιδαιμονικής εκτροπής, «πέντε σοφοί» της κοινότητας αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία να επιστρατεύσουν την απείθαρχη γριά Μουκαμουέζι, η οποία ήταν μεν «αμετανόητη μάγισσα» αλλά παρέμενε και «σύζυγος του πνεύματος του Κιμπογκό». Ναι, η ιδανική μεσολάβηση δεν είναι καθόλου τετριμμένη υπόθεση. Στο βιβλίο της Μουκασονγκά θα συναντήσουμε και τον Ακαγεζού (το όνομά του σημαίνει «μικρός Ιησούς»). Αυτός, από φέρελπις σπουδαστής της ανώτερης εκκλησιαστικής σχολής, με την κάτασπρη κελεμπία μα και την «παρδαλή ευφράδεια» που τον διακρίνει, δεν αργεί να καταλήξει «ο τρελός του χωριού», επειδή στο κεφάλι του κατοικούσαν δύο πνεύματα, του Γεζού και του Κιμπογκό, και μόνο μέσα «εκεί κατάφεραν να μονοιάσουν». Το μυθιστόρημα της Μουκασονγκά είναι γραμμένο με συγκινητική απλότητα και υποδόριο χιούμορ, αναδεικνύει συγκρούσεις πολιτισμικές και υπαρξιακές, αποκαλύπτοντας σταθερά έναν πληθωρικό και παλλόμενο πυρήνα, αφοσιωμένο στη μαγεία της αφρικανικής προφορικής παράδοσης και στην αξία των μύθων, αφηγηματική και ψυχική. Κλείνοντάς το, αισθάνεται κανείς ότι αντηχούν ακόμη στ’ αφτιά του εκείνα τα ιερά ταμπούρλα της Ρουάντας, ήχος μελαγχολικός και ρυθμικός που, ευτυχώς, δεν σβήνει εύκολα. 

    Trivia

    Η Σκολαστίκ Μουκασονγκά, λόγω των εμφύλιων συγκρούσεων στην πατρίδα της, βρήκε καταφύγιο αρχικά στο γειτονικό Μπουρούντι και αργότερα στη Γαλλία, όπου ζει μέχρι σήμερα (Νορμανδία). Εργάστηκε ως κοινωνική λειτουργός. Κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας της Ρουάντας, 37 μέλη της οικογένειάς της (που ανήκαν στους Τούτσι) εξοντώθηκαν. Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 20 γλώσσες. Στις λογοτεχνικές διακρίσεις που έχει αποσπάσει συγκαταλέγεται και το Βραβείο Renaudot. To μυθιστόρημά της «Ο Κιμπογκό ανέβηκε στον ουρανό» ήταν μεταξύ των φιναλίστ, το 2022, για το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου των ΗΠΑ στην κατηγορία της μεταφρασμένης λογοτεχνίας.

    Το άρθρο στο Βήμα

    σελίδα της εφημερίδας Το Βήμα με το άρθρο του Γρηγόρη Μπέκου για το βιβλίο Ο Κιμπογκό ανέβηκε στον ουρανό