https://www.domabooks.gr/web/image/product.template/1498/image_1920?unique=5caeeec
    22,00 € 19,80 € 19.8 EUR
    20,75 €

    This combination does not exist.

    Αγορά


    Βύθιση στη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου

    Δημήτρης Καραΐσκος | Η Καθημερινή


    Ιανουάριος 1740, Βασιλικός ναύσταθμος, Πόρτσμουθ: ένας μικρός πολεμικός στόλος αρματώνεται για ένα παράτολμο ταξίδι. Η Βρετανία και η Ισπανία είναι σε πόλεμο, ανταγωνιζόμενες μανιασμένα για την κατάκτηση και τον έλεγχο όλο και μεγαλύτερων περιοχών του πλανήτη. Η εντολή που έχει λάβει ο στολίσκος από το ναυαρχείο είναι σαφής: «Οταν φτάσετε στην ισπανική ακτή της Νότιας Θάλασσας, πρέπει να καταβάλετε κάθε δυνατή προσπάθεια για να πλήξετε τους Ισπανούς, είτε στη θάλασσα είτε στη στεριά, στο μέγιστο των δυνατοτήτων σας». Στην πραγματικότητα, όμως, οι Βρετανοί έχουν μια κρυφή, πειρατική ατζέντα: να κουρσέψουν ένα ισπανικό γαλιόνι που κουβαλάει την περιβόητη «μεγάλη λεία των ωκεανών», ένα φορτίο από ακατέργαστο ασήμι και εκατοντάδες χιλιάδες αργυρά νομίσματα.

    Τη συγκλονιστική περιπέτεια επιβίωσης που έζησαν οι άνδρες ενός εκ των πλοίων της αποστολής, του «Γουέιτζερ», μάς διηγείται σήμερα με καθηλωτικό τρόπο ο Αμερικανός συγγραφέας Ντέιβιντ Γκραν. Συντάκτης του New Yorker, με σεβαστή σειρά ευπώλητων βιβλίων δραματοποιημένης ιστορικής έρευνας πίσω του, με το τελευταίο του πόνημα μας βάζει στον «ξύλινο κόσμο» των ποντοπόρων ιστιοφόρων, μας παίρνει μαζί του να ζήσουμε λεπτό προς λεπτό, κύμα προς κύμα, ένα συγκλονιστικό ναυτικό και ανθρώπινο δράμα. 

    Ξεκινά από τους ντόκους του Πόρτσμουθ, παρουσιάζοντάς μας σιγά σιγά τον στόλο, την προετοιμασία και τους ανθρώπους του, θέτοντας ολοζώντανα το πολιτικό, κοινωνικό και ναυτικό πλαίσιο της εποχής. Παρουσιάζει τα πέντε πολεμικά, το ένα ανιχνευτικό και τα δύο μικρά φορτηγά πλοία που θα συνιστούσαν τη μικρή εκείνη ναυτική δύναμη, ανάμεσά τους και το πρώην εμπορικό «Γουέιτζερ», που γίνεται ο πρωταγωνιστής του δράματος. Αφού διέσχισε τον Ατλαντικό, παγιδεύτηκε για έναν ολόκληρο μήνα σε μανιασμένη φουρτούνα στον περιβόητο πορθμό του Ντρέικ, αποκόπηκε από τον στόλο και έμεινε μόνο του. Οι ναύτες πάλευαν όχι μόνο με τα πελώρια κύματα αλλά και με το σκορβούτο και, παρόλο που βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση, ύστερα από πολλούς κόπους κατάφεραν να προσαράξουν στα βράχια ενός ερημικού, αφιλόξενου νησιού στις νότιες ακτές της σύγχρονης Χιλής. Από τα 250 άτομα του αρχικού πληρώματος κατάφεραν να βγουν από το κουφάρι του πλοίου 145. 

    Δεν ήξεραν πού βρίσκονταν, ούτε φαινόταν πως θα ερχόταν ποτέ κάποιος να τους σώσει. Στους λίγους μήνες που έμειναν εκεί, έχτισαν ένα πέτρινο φυλάκιο και προσπάθησαν να επιβάλουν μια στοιχειώδη πειθαρχία, αλλά μέσα στην παγωνιά, στην κούραση και στην πείνα τελικά επικράτησαν χάος και διχόνοια. Πέντε μήνες μετά την άφιξή τους στο ερημονήσι, είχαν επιβιώσει μόνο 92 από τους 145 αρχικούς ναυαγούς.

    Η διάσπαση 

    Εντέλει, χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, η μία από αυτές, 81 άνδρες υπό την αρχηγία του αρχιπυροβολητή Τζων Μπάλκλεϋ, στασίασε, ναυπήγησε ένα αυτοσχέδιο πλοιάριο και έφυγε με στόχο να επιστρέψει στην Αγγλία μέσω της ανατολικής ακτής της Νότιας Αμερικής. Αφησε πίσω μια άλλη ομάδα 20 ανδρών, μεταξύ των οποίων ο πλοίαρχος Τσηπ και ο ανθυπασπιστής Τζων Μπάυρον (προπάππους του Λόρδου Βύρωνα), η οποία τελικά, λίγο καιρό μετά, με τη βοήθεια κάποιων αυτοχθόνων, κατάφερε να φύγει από το νησί. 

    Από την αποστολή στα επικίνδυνα νερά του ακρωτηρίου Χορν επέστρεψαν δέκα ναυτικοί· είχαν σαλπάρει 300. 

    Πάνω από πέντε χρόνια μετά την αρχή του ταξιδιού, έξι άντρες από την ομάδα του Μπάλκλεϋ και τέσσερις από την ομάδα του Tσηπ κατάφεραν να επιστρέψουν στην Αγγλία. Από τους τριακόσιους άνδρες που έφυγαν από το Πόρτσμουθ, γύρισαν πίσω μόνο δέκα, οι οποίοι έδωσαν διαφορετικές εκδοχές της απίστευτης περιπέτειάς τους. Ο Γκραν πέρασε χρόνια ψάχνοντας τα «αρχειακά συντρίμμια», πειστήρια της μοίρας του πλοίου και του πληρώματος, που και αυτά, όπως το ναυάγιο, τα πήρε η θάλασσα και ο χρόνος: «Ξεβρασμένα ημερολόγια πλοίων, μουχλιασμένες επιστολές, προσωπικά ημερολόγια γεμάτα μισές αλήθειες, τα σωζόμενα πρακτικά της αγχώδους δίκης στο ναυτοδικείο» γράφει στην εισαγωγή του, ενώ το ερώτημα «τι, στα αλήθεια, συνέβη» πλανάται χωρίς απάντηση σε όλες τις σελίδες του βιβλίου, εφόσον οι μαρτυρίες των δέκα «μαρτύρων και αυτουργών μαζί» ναυτών που γύρισαν στην Αγγλία ήταν αντικρουόμενες. 

    «Στοίχημα» ζωής

    Παρά τις τόσο άφθονες ιστορικές της αναφορές και παραπομπές, η πρόζα του Γκραν θυμίζει λιγότερο έναν ιστορικό και περισσότερο έναν εξερευνητή, κάποιον που είδε όλους αυτούς τους εφιάλτες με τα μάτια του και τώρα θέλει να μας τους αφηγηθεί. Συχνά κιόλας το κάνει εκφράζοντας έκπληξη, θαυμασμό, οίκτο – πολλές φορές και σαρκασμό, όπως στο σημείο όπου εξηγεί πώς πήρε το όνομά του το πλοίο: «Το βάφτισαν έτσι προς τιμήν του σερ Τσαρλς Γουέιτζερ, του εβδομηντατετράχρονου αρχηγού του ναυαρχείου. Ταιριαστό όνομα: έπαιζαν τη ζωή τους κορώνα-γράμματα, έτσι δεν είναι;» (σ.σ. Wager σημαίνει στοίχημα). Οι επικές περιγραφές του για την ατέλειωτη τρικυμία στο ακρωτήριο Χορν είναι λες και ξεπηδούν μέσα από την επιβλητική θαλασσογραφία του εξωφύλλου της έκδοσης: «…τα σύννεφα μαύρισαν, σβήνοντας τον ήλιo», γράφει, «οι άνεμοι άρχισαν να ουρλιάζουν και αγριεμένα κύματα σηκώθηκαν από το πουθενά χτυπώντας με ορμή τα πλοία. Οι πλώρες βουτούσαν σε βαθιά φαράγγια, για να υψωθούν ξανά, ικετευτικά, προς τα ουράνια». 

    Παράλληλα, η ανάλυση των κεντρικών χαρακτήρων καθιστά το «Γουέιτζερ» εκτός από ένα νέο κλασικό έργο της ναυτικής βιβλιοθήκης και μια συναρπαστική μελέτη της σκοτεινής πλευράς του ανθρώπου. Αξία, βέβαια, έχει και η αμιγώς πολιτική διάσταση της αφήγησης, που, όπως χαρακτηριστικά δηλώνει ο συγγραφέας στην ιστοσελίδα του, «εξετάζει πως οι δύο πλευρές και τα δύο έθνη διηγούνται –και παραμορφώνουν– την ιστορία». 

    Εντέλει, όλη αυτή η γεμάτη αλάτι, αίμα και ιδρώτα περιπέτεια «ναυαγίου, ανταρσίας και φόνου» συνοψίζεται σε μία φράση που ο συγγραφέας μάς προσφέρει στην εισαγωγή του βιβλίου του, αιχμηρά λόγια που έγραψε ο Ουίλιαμ Γκόλντινγκ στον διάσημο «Αρχοντα των μυγών» του, μια άλλη συγκλονιστική ιστορία επιβίωσης: «Ισως είναι ένα θηρίο… Ισως είμαστε εμείς».


    Το άρθρο στην Καθημερινή

    Η εφημερίδα Καθημερινή και δύο αντίτυπα του Γουέιτζερ του Ντέιβιντ Γκραν