[TESTIMONIA/08] Γουέιτζερ

Γουέιτζερ

https://www.domabooks.gr/web/image/product.template/1498/image_1920?unique=5caeeec
    22,00 € 19,80 € 19.8 EUR
    20,75 €

    Αυτός ο συνδυασμός δεν υπάρχει.

    Αγορά
    το εξώφυλλο του βιβλίου Γουέιτζερ του Ντέιβιντ Γκραν

    Ντέιβιντ Γκραν

    ΓΟΥΕΪΤΖΕΡ

    Ναυάγιο, ανταρσία, φόνος 

    Μετάφραση: Δέσποινα Κανελλοπούλου


    Κοινοποίηση

    Στις 28 Ιανουαρίου 1742 ένα μισοδιαλυμένο πλοιάριο, με τα πανιά κουρελιασμένα και το κατάρτι κομμάτια, ξεβράστηκε στις ακτές της Βραζιλίας. Επιβάτες του ήταν τριάντα άντρες, σχεδόν ολότελα αποστεω­μένοι. Τα όσα αφηγήθηκαν έμοιαζαν απίστευτα. 

    Οι άντρες ανήκαν στο πλήρωμα του Πλοίου της Αυτού Μεγαλειότητος Γουέιτζερ. Το Γουέιτζερ, που είχε αποπλεύσει δύο χρόνια νωρίτερα από την Αγγλία για να εκτελέσει μια μυστική αποστολή, τσακίστηκε σ’ ένα ερημονήσι στ’ ανοιχτά της Παταγονίας. Μετά από μήνες στο αφιλό­ξενο νησί οι άντρες εκείνοι κατάφεραν να κατασκευάσουν ένα θλιβερό πλεούμενο και να διασχίσουν μ’ αυτό πάνω από 3.000 μίλια άγριας θάλασσας. Τους υποδέχτηκαν σαν ήρωες. 

    Έξι μήνες αργότερα ένα άλλο, ακόμα πιο άθλιο πλοιάριο ξεβράστηκε στις ακτές της Χιλής. Σ’ αυτό επέβαιναν μονάχα τρεις άντρες, οι οποίοι αφηγήθηκαν μια πολύ διαφορετική ιστορία: οι τριάντα ναυτικοί που είχαν φτάσει στη Βραζιλία δεν ήταν ήρωες ― ήταν στασιαστές.

    Η διαμάχη που ακολούθησε, με εκατέρωθεν κατηγορίες για ανταρσία, προδοσία και φόνο, υποχρέωσε το Ναυαρ­χείο να διατάξει δίκη ώστε να κριθεί ποιος έλεγε αλήθεια. Τον ένοχο τον περίμενε η κρεμάλα. 

    Έργο πολυετούς έρευνας σε αδημοσίευτα αρχεία και πηγές αλλά και επιτόπιας εξακρίβωσης, το Γουέιτζερ μιλά για το τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος σε συνθήκες αληθινά ακραίες: το μεγαλειώδες και μαζί το ελεεινό. 

    #1 NEW YORK TIMES BEST-SELLER

     «Δεν θα διαβάσετε πιο συναρπαστικό, πιο συγκλονιστικό βιβλίο, ούτε φέτος, ούτε του χρόνου» 
    Financial Times

    «Μια συνταρακτική αφήγηση… Καταιγιστικό, σαρωτικό» 
    The Economist

    «Ένα απ’ τα λαμπρότερα τεκμηριογραφικά βιβλία που διάβασα ποτέ στη ζωή μου» 
    The Guardian

    «Αδυσώπητο, ασταμάτητο, δεν γίνεται να το αφήσεις» 
    The Washington Post

    «Όχι απλώς μια συναρπαστική περιπέτεια αλλά και μια σπουδή πάνω στη δύναμη των αφηγήσεων»
    The New York Times

    Μετά τις προσπάθειες να εξασφαλίσει πληρώματα με το καλό, το Ναυτικό κατέφυγε σε μια στρατηγική «πιο βίαιη», σύμφωνα με τη διατύπωση ενός γραμματέα του Ναυαρχείου. Ένοπλες περίπολοι βγήκαν στους δρόμους για να βρουν και να εξαναγκάσουν ναυτικούς να υπηρετήσουν· κατ’ ουσίαν, να τους απαγάγουν. Αυτά τα «αποσπάσματα ναυτολόγησης» περιφέρονταν σε μεγάλες και μικρές πόλεις, αρπάζοντας όποιον είχε τη χαρακτηριστική όψη του ναυτικού: το γνώριμο καρώ πουκάμισο, το φαρδύ μέχρι το γόνατο παντελόνι, και το στρογγυλό καπέλο· αλλά και δάχτυλα μαύρα απ’ τη πίσσα, την οποία χρησιμοποιούσαν στα πλοία για να κάνουν κυριολεκτικά τα πάντα πιο αδιάβροχα και ανθεκτικά. (Οι ναυτικοί ήταν γνωστοί και ως «πισσοκόποι».) Οι τοπικές αρχές είχαν επίσης λάβει διαταγές να «συλλαμβάνουν όλους τους περιφερόμενους ναυτικούς, βαρκάρηδες, λεμβούχους, ψαράδες και χειριστές φορτηγίδων».

    Ένας ναυτικός περιέγραφε αργότερα πώς, εκεί που περπατούσε στο Λονδίνο, ένας άγνωστος τον χτύπησε στον ώμο και τον ρώτησε: «Από ποιο πλοίο;». Εκείνος αρνήθηκε πως ήταν ναυτικός, όμως τον πρόδωσε η πίσσα στα δάχτυλά του. Ο άγνωστος σφύριξε με τη σφυρίχτρα του, κι αμέσως εμφανίστηκε ολόκληρο απόσπασμα. «Με άρπαξαν έξι αλήτες, μπορεί κι οχτώ, που σύντομα συνειδητοποίησα πως ήταν απόσπασμα ναυτολόγησης» έγραψε ο ναυτικός. «Μ’ έσερναν βιαστικά μέσα στους δρόμους, ενώ οι περαστικοί τούς έλουζαν με τις χειρότερες βλαστήμιες, εκφράζοντας συγχρόνως τη συμπόνια τους σ’ εμένα». 


    [Πίνακας του 18ου αιώνα που απεικονίζει ένα βρετανικό απόσπασμα ναυτολόγησης]

    Τα αποσπάσματα ναυτολόγησης έψαχναν και σε καράβια, χτενίζοντας τον ορίζοντα για να εντοπίζουν εισερχόμενα εμπορικά πλοία ― το πιο γόνιμο έδαφος για το κυνήγι τους. Συχνά οι άντρες τους οποίους άρπαζαν επέστρεφαν από μακρινά ταξίδια έχοντας χρόνια να δουν την οικογένειά τους· και με δεδομένους τους κινδύνους που έκρυβε ένα δεύτερο μακροχρόνιο ταξίδι εν καιρώ πολέμου, ήταν πιθανό να μην την ξανάβλεπαν ποτέ.

    Ο Τσηπ απέκτησε φιλική σχέση μ’ έναν νεαρό δόκιμο του Σεντούριον ονόματι Τζων Κάμπελ, ο οποίος ναυτολογήθηκε διά της βίας ενώ δούλευε σ’ ένα εμπορικό. Ένα απόσπασμα ναυτολόγων είχε εισβάλει στο πλοίο, κι όταν ο Κάμπελ τους είδε να αρπάζουν έναν ηλικιωμένο άντρα που έκλαιγε, βγήκε μπροστά και προσφέρθηκε να πάει αυτός στη θέση του. Ο αρχηγός του αποσπάσματος σχολίασε: «Προτιμώ ένα παλικάρι με ψυχή παρά έναν γεροκλαψιάρη».

    Λένε πως ο Άνσον εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την ανδρεία του Κάμπελ, που τον έκανε δόκιμο αξιωματικό. Οι περισσότεροι ναύτες, ωστόσο, προσπαθούσαν πάση θυσία να αποφύγουν τους «αρπάχτες» ― κρύβονταν σε στενά μπαλαούρα, έγραφαν τ’ όνομά τους στις λίστες των νεκρών του πλοίου, ή εγκατέλειπαν το καράβι πριν πιάσει σε κάποιο μεγάλο λιμάνι. Όταν ένα απόσπασμα περικύκλωσε μια εκκλησία του Λονδίνου το 1755, καταδιώκοντας έναν ναυτικό που βρισκόταν εκεί μέσα, εκείνος κατάφερε, σύμφωνα με το άρθρο μιας εφημερίδας, να ξεγλιστρήσει μεταμφιεσμένος, φορώντας «μακριά κάπα, σκουφί και κουκούλα, σαν αξιοπρεπής κυρία μιας κάποιας ηλικίας».

    Οι απαχθέντες ναυτικοί μεταφέρονταν μέσα στα αμπάρια μικρών πλοίων που ονομάζονταν λάντζες κι έμοιαζαν σαν πλωτές φυλακές, με σιδεριές στις μπουκαπόρτες τους και τους πεζοναύτες που έστεκαν φρουροί με τα μουσκέτα και τις ξιφολόγχες τους. «Εκεί μέσα περάσαμε όλη τη μέρα, και μετά τη νύχτα, ο ένας κολλημένος πάνω στον άλλο, αφού δεν υπήρχε χώρος ούτε να καθίσουμε ούτε να σταθούμε λίγο πιο αραιά» θυμόταν ένας ναύτης. «Ήμασταν σε κατάσταση πραγματικά οικτρή, γιατί πολλοί πάθαιναν ναυτία, κάποιοι ξερνούσαν, άλλοι κάπνιζαν, ενώ αρκετοί δεν άντεξαν την μπόχα, και έτσι όπως δεν μπορούσαν ν’ αναπνεύσουν, λιποθύμησαν». 

    Οι συγγενείς, μαθαίνοντας ότι κάποιος δικός τους ―γιος, αδελφός, σύζυγος, πατέρας― είχε πέσει στα χέρια αποσπάσματος, έτρεχαν στο σημείο απ’ όπου απέπλεαν οι λάντζες, ελπίζοντας πως θα κατάφερναν να αντικρίσουν, έστω φευγαλέα, τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Ο Σάμιουελ Πηπς περιγράφει στο ημερολόγιό του μια σκηνή σε μια αποβάθρα κοντά στον Πύργο του Λονδίνου, όπου είχαν συγκεντρωθεί γυναίκες απαχθέντων ναυτών: «Δεν έχω ξαναδεί ποτέ μου τόσο ειλικρινή έκφραση οδύνης όσο σε κάποιες γυναίκες που ολοφύρονταν και που πλησίαζαν τρέχοντας την κάθε παρτίδα ανδρών καθώς μετα­φέρονταν, η μια μετά την άλλη, αναζητώντας τον σύζυγό τους, και σπάραζαν στο κλάμα όποτε απέπλεε κάποιο σκάφος, επειδή βρισκόταν ίσως κι ο άντρας τους εκεί μέσα, και δεν άφηναν το πλοίο απ’ τα μάτια τους για όσο ακόμα διακρινόταν στο φως του φεγγαριού. Μου έσκιζε την καρδιά να τις ακούω».

    [σελ. 40–42]

    Ο Τσηπ άρχισε να προετοιμάζει το Γουέιτζερ για τον παράπλου του Ακρωτηρίου Χορν, του βραχώδους, άγονου νησιού που αποτελούσε το νοτιότερο άκρο της αμερικανικής ηπείρου. Εκείνες οι νοτιότατες θάλασσες είναι τα μόνα νερά που ρέουν ανεμπόδιστα κάνοντας το γύρο του κόσμου, με αποτέλεσμα να συγκεντρώνουν τεράστια δύναμη, με κύματα που χτίζονται σε αποστάσεις έως και 13.000 μιλίων, συσσωρεύοντας τρομακτική ισχύ καθώς διασχίζουν τον έναν ωκεανό μετά τον άλλο. Όταν φτάνουν τελικά στο Ακρωτήριο Χορν, στριμώχνονται σε μια στενωπό ανάμεσα στις νοτιότερες ακτές της Αμερικής και το βορειότερο τμήμα της Ανταρκτικής Χερσονήσου. Αυτή η χοάνη, γνωστή ως Πέρασμα του Ντρέικ, κάνει τα ορμητικά νερά ακόμα πιο σαρωτικά. Τα συγκεκριμένα ρεύματα όχι μόνο διανύουν τις μεγαλύτερες αποστάσεις στον πλανήτη σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο ρεύμα, αλλά είναι και τα πιο ισχυρά, μεταφέροντας πάνω από 100 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερό ανά δευτερόλεπτο, δηλαδή πάνω από το εξακοσιαπλάσιο της μέσης παροχής του Αμαζονίου. Κι ύστερα είναι κι οι άνεμοι. Καθώς φυσούν αδιάκοπα προς τα ανατολικά από τον Ειρηνικό, όπου δεν υπάρχει στεριά να τους ανακόψει, αναπτύσσουν συχνά ισχύ τυφώνα, φτάνοντας ακόμα και τα 300 χιλιόμετρα την ώρα. Τα ονόματα που έχουν δώσει οι ναυτικοί στις περιοχές όπου πνέουν αυτοί οι άνεμοι αποδίδουν την ένταση των ανέμων μαζί με τις μοίρες του γεωγραφικού πλάτους: τα Βρυχώμενα Σαραντάρια, τα Μαινόμενα Πενηντάρια, και τα Λυσσασμένα Εξηντάρια. 



    Επιπλέον, σ’ εκείνη την περιοχή ο πυθμένας της θάλασσας ρηχαίνει απότομα ―από 400 μέτρα βάθος φτάνει μετά βίας τα 90― και σε συνδυασμό με τις άλλες θηριώδεις δυνάμεις γεννά κύματα τρομακτικού μεγέθους. Τα θεόρατα κύματα του Ακρωτηρίου Χορν μπορούν να καταπιούν ένα κατάρτι των 30 μέτρων. Επίσης σε κάποια απ’ αυτά επιπλέουν φονικά κομμάτια πάγου που έχουν αποσπαστεί από παγονησίδες. Και η σύγκρουση των ψυχρών μετώπων από την Ανταρκτική με τα θερμά μέτωπα από την περιοχή του ισημερινού παράγει έναν ατέρμονο κύκλο βροχής και ομίχλης, χιονόνερου και χιονιού, βροντής και αστραπής.

    Όταν μια βρετανική αποστολή ανακάλυψε εκείνα τα νερά τον 16ο αιώνα, γύρισε πίσω, αφού πάλεψε με τις «πλέον έξαλλες θάλασσες», όπως τις αποκάλεσε ένας ιερέας που επέβαινε στο πλοίο. Ακόμα και τα πλοία που ολοκλήρωσαν τον παράπλου του Ακρωτηρίου Χορν έχασαν πάμπολλους άνδρες, ενώ οι αποστολές που κατέληξαν σε απόλυτη καταστροφή ―τσακίστηκαν στα βράχια, βυθίστηκαν ή εξαφανίστηκαν― ήταν τόσο πολλές ώστε οι περισσότεροι Ευρωπαίοι εγκατέλειψαν τελείως τη συγκεκριμένη διαδρομή. Η Ισπανία προτιμούσε να μεταφέρει φορτία στη μία ακτή του Παναμά κι ύστερα να τα σέρνει επί 80 και 100 πλέον χιλιόμετρα, μέσα από τη ζούγκλα με την αφόρητη ζέστη και τις ασθένειες, μέχρι τα πλοία που περίμεναν στην άλλη ακτή. Οτιδήποτε, αρκεί να απέφευγαν το Ακρωτήριο Χορν. 

    Ο Χέρμαν Μέλβιλ, που είχε κάνει τον συγκεκριμένο παράπλου, τον σύγκρινε, στο Γουάιτ-Τζάκετ, με την κάθοδο στην Κόλαση του Δάντη. «Σ’ εκείνες τις άκριες της γης, δεν υπάρχουν χρονικά» έγραφε ο Μέλβιλ, παρά μόνο συντρίμμια από κατάρτια και γάστρες, που παραπέμπουν στο ζοφερό τέλος «πλοίων που έφυγαν απ’ τα λιμάνια τους και έγιναν άφαντα». Και συνέχιζε: «Αδάμαστο ακρωτήριο! Μπορείς να το πλησιάσεις απ’ όποια πλευρά θες ― με όποιον τρόπο θες ― απ’ την Ανατολή ή απ’ τη Δύση· με τον άνεμο στην πλώρη, στην πρύμνη ή στο γοφό· και πάλι το Κέιπ-Χορν είναι το Κέιπ-Χορν… ο Θεός να φυλάει τους ναύτες, τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους».

     Μέσα στα χρόνια οι ναυτικοί έχουν προσπαθήσει να βρουν ένα ταιριαστό όνομα γι’ αυτόν τον υγρό τάφο στα πέρατα της γης. Κάποιοι το αποκαλούν «Τρόμο», άλλοι «Δρόμο των Πεθαμένων». Ο Ράντγυαρντ Κίπλινγκ το ονόμασε «τυφλό μίσος του Χορν». 

    [σελ. 98–100]

    Ο Μπάλκλεϋ αντιλαμβανόταν ότι κανείς τους δεν θ’ άντεχε πολύ ακόμη αν δεν έβρισκαν κι άλλες πηγές τροφής. Προσπάθησε να υπολογίσει το στίγμα τους εξ αναμετρήσεως και χαρτογραφώντας τ’ αστέρια. Διαπίστωσε πως ήταν αποκλεισμένοι στ’ ανοιχτά των χιλιανών ακτών της Παταγονίας, περίπου 47 μοίρες νότια και 81:40 μοίρες δυτικά. Δεν είχε όμως αίσθηση του τόπου. Ήταν άραγε και το υπόλοιπο νησί τόσο αφιλόξενο για τον άνθρωπο; Έτσι όπως έκρυβαν τα βουνά ό,τι υπήρχε προς τα ανατολικά, κάποιοι απ’ τους ναυαγούς αναρωτιούνταν μήπως τελικά βρίσκονταν στην ηπειρωτική χώρα. Υπερβολικά απίθανο. Αλλά και μόνον το γεγονός ότι τέθηκε ως ερώτημα αποδεικνύει ότι, όσο είχαν ανάγκη την τροφή, άλλο τόσο είχαν ανάγκη και τις πληροφορίες. Μόνο έτσι υπήρχε περίπτωση να βρει ο Μπάλκλεϋ κάποιον τρόπο να επιστρέψει στη γυναίκα και τα πέντε παιδιά του. 



    Η θύελλα κόπασε για λίγο και ο αρχιπυροβολητής διέκρινε φευγαλέα τον ήλιο του ξένου τόπου. Γέμισε το μουσκέτο του και πήρε μια ομάδα να εξερευνήσουν το νησί. Ο Μπάυρον έφυγε με μια άλλη ένοπλη ομάδα, υποστηρίζοντας πως δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να εξακριβώσουν αν υπήρχε κάποια άλλη πηγή τροφής στα ενδότερα του νησιού. Το έδαφος ήταν βαλτώδες, και τα πόδια τους βυθίζονταν στη λάσπη καθώς διέσχιζαν τους υγρότοπους κι ανέβαιναν στις δασωμένες πλαγιές. Προσπερνούσαν με κόπο σάπιους κορμούς ξεριζωμένους απ’ τον άνεμο, ενώ τα δέντρα, είτε ζωντανά είτε νεκρά, ήταν τόσο πυκνά που οι άντρες ένιωθαν σαν να περνούσαν διαρκώς μέσα από φράχτες με θάμνους. Ρίζες και παραφυάδες μπλέκονταν στα πόδια τους· αγκάθια σκίζανε το δέρμα τους. 

    Ο Μπάυρον, ο οποίος προσπαθούσε ν’ ανοίξει δρόμο με τα χέρια του, σύντομα εξαντλήθηκε, αν κι εξακολουθούσε να θαυμάζει την ασυνήθιστη χλωρίδα. «Τα πιο πολλά δέντρα εδώ» έγραφε «είναι αρωματικά: σιδηρόξυλο, ένα δέντρο με πολύ βαθιά κόκκινη απόχρωση, κι ένα άλλο, πολύ χτυπητό κίτρινο». Δεν είδε πολλά πτηνά στην ενδοχώρα του νησιού. Υπήρχαν μερικές μπεκάτσες και κολιμπρί, οι σπουργιτόμορφοι εξάουροι, και κάτι άλλα, που τα περιέγραψε σαν «μεγάλους κοκκινολαίμηδες», ένα είδος λιβαδοκορυδαλλού με μακριά ουρά. Πέρα απ’ τα θαλασσοπούλια και τα όρνεα, έγραφε περίλυπα, αυτά έμοιαζαν να είναι «οι μόνοι φτερωτοί κάτοικοι» του νησιού. (Ο Βρετανός πλοίαρχος που χαρτογράφησε το νησί σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, έγραψε: «Θαρρείς για να ολοκληρωθεί η εικόνα του ζόφου και της απόλυτης ερημιάς, μέχρι και τα πουλιά έμοιαζαν ν’ αποφεύγουν εκείνο τον τόπο».) 

    [σελ. 165–166]


    Στις 30 Ιουλίου ο Μπάλκλεϋ πήγε μια βόλτα ώς το μοναχικό καλύβι του Μπάυρον στην άκρη του χωριού. Εκεί βρήκε τον κάτισχνο, παμβρώμικο αριστοκρατικό γόνο βυθισμένο στις θαλασσινές ιστορίες του· ξαναδιάβαζε το οδοιπορικό του Σερ Τζων Νάρμπορω. Ο Μπάλκλεϋ ζήτησε να δανειστεί το βιβλίο, αν και το ήθελε για αμιγώς πρακτικούς λόγους. Ο Νάρμπορω είχε εξερευνήσει την περιοχή της Παταγονίας, και ο Μπάλκλεϋ πίστευε πως η μαρτυρία του ―κατ’ ουσίαν, ένα λεπτομερές ημερολόγιο πλοίου― ίσως περιείχε κρίσιμες πληροφορίες ώστε να πλεύσουν όσο το δυνατόν ασφαλέστερα με την κιβωτό μακριά απ’ τη Νήσο Γουέιτζερ. 

    Ο Μπάυρον του δάνεισε το βιβλίο, αφού πρώτα πήρε την άδεια του πλοιάρχου Τσηπ, στον οποίο ανήκε το αντίτυπο. Ο Μπάλκλεϋ το έφερε στο κατάλυμά του και άρχισε να μελετάει το κείμενο με την ίδια προσήλωση όπως και τη Μίμηση του Χριστού. Ο Νάρμπορω είχε περιγράψει πώς διέπλευσε τον Πορθμό του Μαγγελάνου, έναν δίαυλο 350 μιλίων ανάμεσα στο άκρο της ηπειρωτικής Νότιας Αμερικής και τη Γη του Πυρός, μια εναλλακτική διαδρομή ανάμεσα στον Ειρηνικό και τον Ατλαντικό, η οποία απέφευγε το Πέρασμα του Ντρέικ και το Ακρωτήριο Χορν. «Αν ποτέ επιθυμήσετε να εισέλθετε στον Πορθμό του Μαγγελάνου» από την πλευρά του Ειρηνικού, έγραφε ο Νάρμπορω, «το ασφαλέστερο, κατά τη γνώμη μου, είναι να στραφείτε προς τη στεριά στο γεωγραφικό πλάτος των 52 μοιρών». Αυτό το στόμιο βρισκόταν περίπου 400 μίλια νοτίως της Νήσου Γουέιτζερ, και ο Μπάλκλεϋ συνέλαβε μια ιδέα. Σκέφτηκε πως, με τη νέα άκατο που θα έφτιαχναν, και τα τρία μικρότερα σκάφη, οι ναυαγοί θα μπορούσαν να διαπλεύσουν τον πορθμό μέχρι τον Ατλαντικό, κι ύστερα να κατευθυνθούν βόρεια προς τη Βραζιλία· η κυβέρνησή της, όντας ουδέτερη στον πόλεμο, σίγουρα θα τους παρείχε ασφαλές καταφύγιο και θα διευκόλυνε την επιστροφή τους στην Αγγλία. 

    Η συνολική απόσταση από τη Νήσο Γουέιτζερ ώς τη Βραζιλία ήταν σχεδόν 3.000 μίλια. Και ο Μπάλκλεϋ ομολογούσε πως πολλοί θα θεωρούσαν το εγχείρημα «απονενοημένο». Ο πορθμός ήταν γεμάτος στροφές και στενωπούς, και συχνά κατακερματιζόταν σ’ έναν δαιδαλώδη λαβύρινθο από αδιέξοδα παρακλάδια. Τα νερά ήταν όλο ξέρες και βράχια, ενώ συχνά οι ομίχλες έκοβαν κάθε ορατότητα. «Αν κάποιος ακολουθήσει τον λάθος δίαυλο, ενδέχεται να βρεθεί ανάμεσα σε κατακερματισμένες νησίδες και βράχια, με αποτέλεσμα να θέσει το πλοίο του σε κίνδυνο» προειδοποιούσε ο Νάρμπορω. Και παρότι ο πορθμός ήταν κάπως πιο προστατευμένος απ’ ό,τι το Πέρασμα του Ντρέικ, ήταν περιβόητα τα ξαφνικά μπουρίνια του και οι ισχυροί άνεμοι από τα παγωμένα βουνά, οι «σπιλιάδες», που γέμιζαν τις ακτές με προσαραγμένα καράβια. Γι’ αυτό και ο αρχιπλοίαρχος Άνσον, επικεφαλής ενός στολίσκου από μεγάλα, δυσκίνητα πολεμικά πλοία και αναγκασμένος να υπολογίζει το στίγμα τους εξ αναμετρήσεως, είχε διαλέξει να αντιμετωπίσει τις μανιασμένες ανοιχτές θάλασσες γύρω απ’ το Ακρωτήριο Χορν. 

    [σελ. 221–223]

    Στο μεταξύ το σχέδιο του Τσηπ αποκτούσε μια νέα, μυστική τροπή. Μελετώντας τους χάρτες, ο Τσηπ είχε αρχίσει να πιστεύει πως υπήρχε τρόπος όχι μόνο να σώσουν τη ζωή τους, αλλά και να εκπληρώσουν την αρχική στρατιωτική αποστολή τους. Υπολόγισε πως ο πλησιέστερος οικισμός των Ισπανών ήταν στη Νήσο Τσιλοέ, στ’ ανοιχτά των χιλιανών ακτών, κάπου 350 μίλια βορειότερα απ’ αυτούς. Ο Τσηπ ήταν βέβαιος ότι το πλήρωμά του μπορούσε να φτάσει ώς εκεί με την κιβωτό και τις τρεις μικρότερες λέμβους ― το γιολ, το κότερο και τη φορτηγίδα. Όταν έφταναν στο Τσιλοέ ―και, στο μυαλό του, αυτό ήταν το πραγματικά μεγαλειώδες κομμάτι του σχεδίου―, θα μπορούσαν να εξαπολύσουν μια παράτολμη επίθεση σ’ ένα ανυποψίαστο ισπανικό εμπορικό πλοίο· και, έχοντας αρπάξει το καράβι και τις προμήθειές του σε τρόφιμα, να πλεύσουν ώς το σημείο συνάντησης και ν’ αναζητήσουν τον αρχιπλοίαρχο Άνσον και τυχόν άλλους επιζώντες από το στολίσκο. Και κατόπιν να συνεχίσουν την αποστολή τους: να καταλάβουν το γαλιόνι. 

    Οι κίνδυνοι ήταν τρομακτικοί, και ο Τσηπ, ξέροντας πως θα δυσκολευόταν να πείσει τους άντρες του ν’ ακολουθήσουν το σχέδιο, δεν μοιράστηκε αμέσως μαζί τους τις λεπτομέρειές του. Όπως το έθεσε όμως αργότερα: «Δεν πρέπει να φοβόμαστε ν’ αρπάξουμε λείες, και ίσως έχουμε μια ελπίδα να ξαναδούμε τον Αρχιπλοίαρχο». Πίστευε πως υπήρχε ακόμη η πιθανότητα της δόξας ― και της εξιλέωσης. 

    [...] 

    Ο πλοίαρχος αδημονούσε να αναχωρήσει ― όπως το έθεσε ο ίδιος, η λαχτάρα πλημμύριζε «όλη μου την καρδιά». Μόλις έδωσε το σήμα, ο Μπάυρον και οι υπόλοιποι άντρες απέπλευσαν από τη Νήσο Γουέιτζερ, ξεκινώντας το μακρύ, τρομακτικό ταξίδι τους προς βορρά. Θα χρειαζόταν να διανύσουν σχεδόν 100 μίλια μέσα στον Κόλπο της Οδύνης, κι ύστερα άλλα 250 κατά μήκος των ακτών μέχρι τη Νήσο Τσιλοέ. 

    Μόλις μία ώρα αργότερα έπιασε καταρρακτώδης βροχή, και από τα δυτικά σηκώθηκαν δυνατοί, παγωμένοι άνεμοι. Οι βάρκες σχεδόν θάβονταν στα θεόρατα κύματα, και ο Τσηπ έδωσε στον Μπάυρον και τους άλλους οδηγία να μην αφήσουν τα νερά να κατακλύσουν το σκάφος, σχηματίζοντας ένα ανθρώπινο τείχος, με την πλάτη τους στραμμένη προς τη θάλασσα. Όμως τα νερά έρχονταν ασταμάτητα, πλημμυρίζοντας τις λέμβους. Ήταν αδύνατον να τα αδειάζουν αρκετά γρήγορα μόνο με τα καπέλα και τα χέρια τους, κι ο Τσηπ ήξερε πως, αν δεν ξαλάφρωναν τις ήδη υπερφορτωμένες βάρκες, θα βούλιαζαν για δεύτερη φορά στ’ ανοιχτά της Νήσου Γουέιτζερ. Έτσι, αναγκάστηκαν να κάνουν το αδιανόητο: να πετάξουν στη θάλασσα σχεδόν όλες τους τις προμήθειες, μαζί και τα πολύτιμα βαρελάκια με το φαγητό. Οι πεινασμένοι άντρες είδαν την αχόρταγη θάλασσα να καταπίνει τα τελευταία τους τρόφιμα. 

    [σελ. 220 & 271]

    Ο David Grann (1967) είναι συγγρα­φέας και ερευνητής δημοσιογράφος στο περιοδικό The New Yorker. Έχει βραβευτεί, μεταξύ άλλων, με το Edgar Allan Poe Award και το George Polk Award. Το βιβλίο του Killers of the Flower Moon [= Οι δολοφόνοι του ανθισμένου φεγγαριού (Λαβύρινθος, 2019)] ήταν φιναλίστ για το National Book Award. Άλλα βιβλία του: The Lost City of Z, The White Darkness, The Devil and Sherlock Holmes.

    πατώντας οδηγείστε στη σελίδα του συγγραφέα Ντέιβιντ Γκραν στο ΔΩΜΑ

    ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ


    Βύθιση στη σκοτεινή πλευρά 

    του ανθρώπου

    Δημήτρης Καραΐσκος| Η Καθημερινή


    Μια ιστορία ηρώων (ή μήπως στασιαστών;) 

    Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής | ΤΑ ΝΕΑ

     

    Ο Ντέιβιντ Γκραν (1967), συγγραφέας και ερευνητής δημοσιογράφος στο περιοδικό New Yorker, παραδίδει το χρονικό του Γουέιτζερ κάνοντας χρήση όλων των δυνατών πρωτογενών πηγών: ημερολόγια των ναυτικών σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Βρετανικού Ναυαρχείου, απομνημονεύματα πρωταγωνιστών και ανορθόγραφες, αλλά από βάθους καρδίας σημειώσεις και δηλώσεις των ναυαγών, δικαστικά αρχεία και ένορκες βεβαιώσεις, άρθρα στον Τύπο και βιβλία ιστορικών (ξεχωρίζουν τα απομνημονεύματα του Τζον Μπάυρον), έτσι που η αφήγηση διακρίνεται για την πληρότητάς της. 


    Ολόκληρο το άρθρο 

    Το πρωτοσέλιδο του ένθετου Βιβλιοδρόμιο της εφημερίδας Τα Νέα με άρθρο για το Γουέιτζερ του Ντέιβιντ Γκραν
    ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΓΚΡΑΝ    
    ΓΟΥΕΪΤΖΕΡ
    Ναυάγιο, ανταρσία, φόνος   
     

    Τίτλος πρωτοτύπου: The Wager: A Tale of Shipwreck, Mutiny, and Murder

    Μετάφραση: Δέσποινα Κανελλοπούλου 

    Επιμέλεια: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου & Θάνος Σαμαρτζής

    Διορθώσεις: Μαριλένα Καραμολέγκου

    Πίνακας εξωφύλλου: Peter Monamy, Ships in Distress in a Storm (περ. 1720–30) 


    448 + 16 σελ. 

    22€ 

    Σειρά: testimonia / 8

    ISBN: 978-618-5598-29-7