https://www.domabooks.gr/web/image/product.template/1377/image_1920?unique=f3f5dd8
    20,00 € 18,00 € 18.0 EUR
    18,87 €

    This combination does not exist.

    Αγορά


    Πιστεύω πως η στιγμή που ξεκινά η μέση ηλικία μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς. Είναι η στιγμή που εξετάζεις τη ζωή σου και, αντί να βλέπεις ένα πεδίο δυνατοτήτων ν’ ανοίγεται, τη σφαίρα των προοπτικών σου να μεγαλώνει, αισθάνεσαι σαν να ξύπνησες από ύπνο βαθύ, ή σαν να έχεις ξεβραστεί σε μια ακτή και ν’ αποκτάς ξάφνου συναίσθηση του περίγυρου. Ώστε εδώ βρίσκομαι, λες. Αυτό έχω γίνει. Συνειδητοποιείς για πρώτη φορά πως η —σωματική, διανοητική, κοινωνική, οικονομική— κατάστασή σου δεν είναι πλέον απολύτως στο χέρι σου· πως ό,τι έχει συμβεί μέχρι τώρα θα καθορίσει εν πολλοίς το υπόλοιπο της ιστορίας. Όσα έχεις κάνει δεν ξεγίνονται, και πολλά απ’ όσα έχεις αναβάλει «για αργότερα» δεν θα γίνουν ποτέ. Με λίγα λόγια, ο χρόνος σου δεν είναι απλώς πεπερασμένος, αλλά φθίνει κιόλας. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, ό,τι κι αν κάνεις, όση χαρά ή συγκίνηση κι αν νιώσεις, όσα ρίγη ηδονής κι αν αισθανθείς, δεν πρόκειται να απαλλαγείς ποτέ από τη σχεδόν ανεπαίσθητη εντύπωση πως πορεύεσαι σε μια ελαφρώς κατηφορική πλαγιά προς το σκοτάδι.

    Στη δική μου περίπτωση, αυτή η συνειδητοποίηση της θνητότητάς μου με βρήκε —αρκετά συμβατικά, θα έλεγα— στο σπίτι, πλάι στη γυναίκα μου, που εκείνη την ώρα κοιμόταν, στο διαμέρισμά μας στο Μπρούκλυν. Έτσι όπως ήμουν ξαπλωμένος δίπλα της, ξάγρυπνος, κι άκουγα την ανάσα της, κατάλαβα ξαφνικά πως οι δυνάμεις και η διάνοιά μου είχαν όρια. Έβλεπα ήδη μπροστά μου τη στιγμή που θα είχα ανάγκη από ξεκούραση. Απορούσα πώς είχα φτάσει ώς εκεί, ποια αλληλουχία γεγονότων με είχε οδηγήσει σ’ εκείνη την κάπως υπερβολικά ζεστή κρεβατοκάμαρα, δίπλα σε μια γυναίκα που, αν είχαν έρθει αλλιώς τα πράγματα, μπορεί να μην την είχα γνωρίσει ποτέ, ή να μην είχα αναγνωρίσει στο πρόσωπό της τον άνθρωπο που ήθελα μαζί του να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου. Έπειτα από πέντε χρόνια γάμου ήμουν ακόμη ερωτευμένος με τη Ρέι, κι εκείνη ακόμη ερωτευμένη μαζί μου. Γι’ αυτό δεν είχα αμφιβολίες· ήταν ένα ευτυχές δεδομένο. Η τρίχρονη κόρη μας κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο.

    Η ευτυχία μας με άγχωνε. Ήταν αφύσικη αντίδραση, το ήξερα. Είχα γίνει ο γεροτσιγκούνης που φοβάται μην και χάσει το συναισθηματικό του κομπόδεμα. Όμως οι σκέψεις μου, που έτρεχαν σαν τα ποντίκια μες στο δωμάτιό μου, μες στο δωμά¬τιο του παιδιού μου, δεν ήταν εντελώς αβάσιμες. Εκείνο τον καιρό τα κανάλια στην τηλεόραση έδειχναν διαρκώς εικόνες με παιδιά πληγωμένα, ξεριζωμένα από τον πόλεμο. Έπιανα συχνά τον εαυτό μου καμπουριασμένο πάνω απ’ το λάπτοπ μου, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Με συγκλόνιζε αυτό που έβλεπα, αλλά συγχρόνως με στοίχειωνε κι ένα ερώτημα πιο εγωιστικό: Αν ο κόσμος ερχόταν ανάποδα, θα ήμουν άραγε σε θέση να προστατέψω την οικογένειά μου; Θα μπορούσα να σκαρφαλώσω πάνω στο φράχτη με την κορούλα μου στους ώμους; Θα κατάφερνα να κρατήσω το χέρι της γυναίκας μου την ώρα που το φουσκωτό θα αναποδογύριζε; Η κοινή ζωή μας ήταν εύθραυστη. Μια μέρα κάτι θα χαλούσε. Ένας από μας θα πάθαινε ένα ατύχημα ή θα αρρώσταινε, ή ίσως ο κόσμος βυθιζόταν ακόμα πιο βαθιά στον πόλεμο και το χάος, καταπίνοντας κι εμάς, όπως είχε καταπιεί τόσες και τόσες οικογένειες.

    Χάρι Κούνζρου, Κρέας για τους λύκους, σελ.: 13-15
    μετάφραση: Δέσποινα Κανελλοπούλου 


    πατώντας οδηγείστε στη σελίδα του βιβλίου «Κρέας για τους λύκους» του Χάρι Κούνζρου