https://www.domabooks.gr/web/image/product.template/1430/image_1920?unique=0e5218b
    20,00 € 18,00 € 18.0 EUR
    18,87 €

    This combination does not exist.

    Αγορά
    Το φύλλο της Καθημερινής με τη συνέντευξη του Μπενχαμίν Λαμπατούτ στη Μαίρη Σιάνη-Davies

    Η ψυχή των βιβλίων δεν πεθαίνει ποτέ 

    Η Μαίρη Σιάνη-Davies συναντά στο Σαντιάγο της Χιλής τον πολυσυζητημένο διεθνώς συγγραφέα Μπενχαμίν Λαμπατούτ | Καθημερινή


    Ως τόπο συνάντησής μας καθόρισε το πολιτιστικό κέντρο «Γκαμπριέλα Μιστράλ», το οποίο πήρε το όνομά του από την πρώτη γυναίκα της Λατινικής Αμερικής που τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας, στο Σαντιάγο της Χιλής.


    Καθόμαστε στην καφετέρια έξω, στη βεράντα αυτού του κτιρίου που μοιάζει με σκουριασμένο τρίφτη τυριού, ενώ στο προαύλιο φοιτητές της δραματικής σχολής κάνουν πρόβες και… φασαρία. «Mην ανησυχείς, θα συγκεντρωθώ», μου υπόσχεται ο Μπενχαμίν Λαμπατούτ, ο γνωστός και βραβευμένος Χιλιανός συγγραφέας. «Δεν έχω αμφιβολία», του λέω. Εγώ κόβομαι για τη μαγνητοφώνηση. Μετά την τόση αναστάτωση που έφερε η COVID και στα ταξίδια, εγώ τουλάχιστον τον έχω μπροστά μου, «το Zoom καλό είναι αλλά…» του λέω, μα δεν προλαβαίνω να τελειώσω τη φράση μου γιατί με διακόπτει. «Το Zoom είναι απίθανο», μου λέει, «δεν τους (sic) επιτρέπει να δουν το λευκό των ματιών σου». Ομως εγώ αυτό θέλω να δω σήμερα, το λευκό των ματιών του.


    Το βιβλίο του «Οταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο» μπορεί να θεωρείται σήμερα μια παγκόσμια επιτυχία –είχε μπει στη λίστα του International Booker το 2021, το εκθείασε ο Ομπάμα, ήταν ανάμεσα στα δέκα καλύτερα στη λίστα του New Yorker– αλλά στην αρχή είχε απορριφθεί απ’ όλους τους εκδοτικούς οίκους στη Χιλή.


    Μόνο όταν το καλοδέχτηκαν οι Γερμανοί και οι Ιταλοί άρχισε να ταξιδεύει ανά την υφήλιο. Στις σελίδες του ο συγγραφέας κάνει βουτιά στα βαθιά, στις ταλανισμένες ψυχές και στα σπινθηροβόλα μυαλά επιστημόνων των οποίων οι ανακαλύψεις άλλαξαν τον κόσμο, ιδιοφυΐες σαν τον Αλμπερτ Αϊνστάιν, τον Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, τον πρωτοπόρο της κβαντομηχανικής, κι άλλες προσωπικότητες σαν τον φυσικό και αστρονόμο Καρλ Σβάρτσιλντ ή τον χημικό Φριτς Χάμπερ των οποίων τα ονόματα μπορεί να μην τα έχουμε ακουστά, αλλά τα επιτεύγματά τους έχουν σημαδέψει τη ζωή μας.


    Αφού ξεσκάψει ιστορίες από την προσωπική τους ζωή –παράξενες, αλλοπρόσαλλες και μυστηριώδεις σαν τους ίδιους– ο Λαμπατούτ τις συνυφαίνει ποιητικά για να ζωντανέψει τις ιδέες τους. Στην αφήγηση όπου υπάρχουν κενά τα συμπληρώνει με δικές του πλασματικές ιστορίες. Δεν είναι εύκολο να εντοπίσεις πού σταματάει η αλήθεια και πού αρχίζει η μυθοπλασία.


    Ατίθασος


    Είναι ντυμένος με μαύρο τζιν και μαύρο μακό μπλουζάκι που τον κάνουν να δείχνει πολύ πιο νέος από 43 χρόνων. Είναι σαν να έχω μπροστά μου ένα φοιτητή με νύχια κομμένα σύρριζα, τατουάζ και γραμμωμένους μυς. Αποπνέει μια ευάλωτη αυτοπεποίθηση καθώς χώνει κάθε λίγο και λιγάκι τα δάχτυλά του στα ατίθασα μαύρα μαλλιά του για να τα τραβήξει πίσω.


    Tα βιβλία του είναι λίγο δύσκολο να τα χαρακτηρίσει κανείς ως μυθιστόρημα. Τι νομίζει ο ίδιος; «Θέλω να γράφω για πραγματικά γεγονότα. Εξάλλου η λογοτεχνία είναι μια πολύ συντηρητική τέχνη. Για προσπάθησε να γράψεις πέρα από το πρώτο, δεύτερο πρόσωπο ή τον παντογνώστη του τρίτου προσώπου. Δεν μπορείς. Οι λέξεις το ίδιο. Τόλμησε να τις λυγίσεις πέραν του επιτρεπτού, θα γράφεις αρλούμπες».


    Του διηγούμαι την εμπειρία μου σε ένα βιβλιοπωλείο στο Τεμούκο, πόλη εξακόσια χιλιόμετρα νότια του Σαντιάγο. Εψαχνα το βιβλίο του αλλά δεν το έβρισκα. Η υπάλληλος που ρώτησα εξαφανίστηκε για είκοσι λεπτά για να ψάξει. Δεν ήταν στα ράφια της Χιλιανής Λογοτεχνίας. Πού ήταν; Στα ράφια πίσω από το ταμείο! Είσαι αταξινόμητος, τον πειράζω. «Τώρα με κάνεις ευτυχή. Συνήθως δεν τα βρίσκουν τα βιβλία μου. Οντας αταξινόμητος είμαι ήδη ταξινομημένος ως αταξινόμητος». Το να γράψει κανείς δυναμικά κι έντεχνα για κβαντομηχανική ή τις μαύρες τρύπες πρέπει να έχει μια έφεση προς τις θετικές επιστήμες. Ο ίδιος έχει; «Το μυαλό μου πιάνει μόνο τα στοιχειώδη επειδή γράφω λογοτεχνία. Η λογοτεχνία δεν ασχολείται με επεξηγήσεις και ορθολογισμούς. Εχει να κάνει με τη σαγήνη, το παραλήρημα και τη ζέση. Το χτίσιμο μιας σχέσης με το μυστηριώδες και το ακατανόητο. Μέσα από τις ιδέες και τις ιστορίες αυτών των ανθρώπων θέλω να δείξω αυτό που δεν φαίνεται, και θα πρέπει να παραμείνει αφανές».


    Πίσω από αυτή την ήπια πρόσοψη του Λαμπατούτ υπάρχει ένας θερμοπίδακας που κοχλάζει σε χιλιάδες βαθμούς Κελσίου – ποτέ δεν ξέρεις πότε θα εκτοξευτεί. Μου λέει πως έχει ζήσει μια ζωή έντονη, τόσο έντονη που συχνά πίστευε πως δεν θα έφτανε καν τα τριάντα. Μου κεντρίζει την περιέργεια. Μόνο που δεν μπορεί να μιλήσει για αυτά τα πρώτα χρόνια. Η ιδιωτική του ζωή θέλει να παραμείνει ιδιωτική. Δεν του αρέσει η δημοσιότητα – ένας από τους διάφορους όρους που μου έθεσε αν ήθελα να τον συναντήσω πρόσωπο με πρόσωπο ήταν ότι δεν θα τον φωτογράφιζα. «Οταν η προσοχή όλων πέφτει πάνω σου», μου λέει, «φτάνεις στο σημείο να μη σε νοιάζει. Αν σε νοιάζει, θα καταστραφείς. Είναι παγίδα. Στην ουσία δουλεύεις για κάτι που όταν επιτέλους το ολοκληρώσεις θα πρέπει να σε αφήνει τελείως αδιάφορο».


    Παρ’ όλη τη μυστικότητα, ξέρουμε πως γεννήθηκε στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας και μεγάλωσε σε διάφορες πόλεις της Λατινικής Αμερικής για να εγκατασταθεί στο Σαντιάγο της Χιλής όταν ήταν δεκατεσσάρων ετών. Δούλεψε ως δημοσιογράφος για τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών για δεκαεπτά χρόνια, αλλά πάντα ξέκλεβε χρόνο για να γράφει – «σαν τον Κάφκα», μου λέει. Την περίοδο αυτή δεν θέλει να τη θυμάται. Γιατί; «Γιατί αργοπέθαινα εκεί μέσα, same desk, same f…. chair».


    Στην πορεία εξερεύνησε μανιωδώς τον Καθολικισμό μόνο και μόνο για να τον αποκηρύξει. «Μου άφησε ουλές, μ’ αυτές τις ουλές γράφω». Εξερεύνησε τον Βουδισμό. Τον αποποιήθηκε κι αυτόν. «I was using it to get high». Προσπαθούσα να διεισδύσω σε απόκρυφες διαστάσεις του νου. Δεν θα γινόμουν ποτέ συγγραφέας αν συνέχιζα να τον ακολουθώ. Είναι σαν να ακούς το πλοίο που φεύγει και το αυτί σου να μην πιάνει τον ήχο των κυμάτων. Υποφέρει η γραφή». Μέχρι που ανακάλυψε το Ι Ching (The Book of Changes), το ηθικό σύστημα που αποτελεί τη βάση του κομφουκιανισμού. «Είναι μια μορφή μαντείας, κάτι σαν τις κάρτες Ταρώ που μιλούν τη γλώσσα των συμβόλων», μου εξηγεί. Κι όταν τον κοιτάω σαστισμένη, μου διευκρινίζει, «είναι σαν τα Μαθηματικά, τα εφαρμόζεις, τα χρησιμοποιείς, δεν πιστεύεις σ’ αυτά».


    Ξεκαθάρισμα ψυχής

    Με συναρπάζει η αφοπλιστική ειλικρίνειά του. Εχουμε ξεκαθάρισμα ψυχής σήμερα, δεν χρειάζεται να ψάξω, μου δείχνει ο ίδιος το άσπρο των ματιών του. Και μια που είμαστε σ’ αυτή την εξομολογητική φάση, τον ρωτώ τι κάνει ένα βιβλίο αθάνατο. «Αυτά τα βιβλία τα κυριεύει μια φοβερή σιωπή και είναι διαποτισμένα με αίμα. Δείχνουν τον πόνο. Είναι ζωντανά. Εχουν ψυχή μέσα τους. Η ψυχή δεν πεθαίνει ποτέ. Δεν πιστεύω πως υπάρχει κάτι που έχει αξία χωρίς να είναι τσουρουφλισμένο από κάτι μυστηριώδες, ακατανόητο ή παράδοξο». Τα δικά σου θα αντέξουν; «Με τίποτα. Ξέρω ποιος είμαι. Πιάνεις ένα μεγάλο ψάρι. Αλλά δεν είναι μεγαλύτερο απ’ τη φάλαινα. Είναι ένα μεγάλο ψάρι. Για χρόνια γράφω με μανία, το ένα βιβλίο μετά το άλλο, δύο ταυτόχρονα. Εφτασα στο σημείο να μην ξέρω ποιο θα είναι το επόμενο βήμα μου. Η ζωή μου αλλάζει. Εγώ ο ίδιος αλλάζω. Μπορεί και να σταματήσω να γράφω – δεν είναι και τόσο φοβερό όσο λένε». Και τον διακόπτω, «για να ξαναγυρίσεις στη συγγραφή δριμύτερος». «Ποτέ δεν ξέρεις. Από μια άποψη θα ήταν φανταστικό αν το ξεπερνούσα και το συγγραφιλίκι. Εδώ ξεπέρασα τον Χριστό, δεν θα ξεπεράσω το γράψιμο;»


    Το νέο βιβλίο


    Το «The Maniac», το καινούργιο του βιβλίο που έγραψε στα αγγλικά, έρχεται πάλι να κολυμπήσει στα νερά της επιστήμης. Είναι η ιστορία του Ούγγρου-Αμερικανού πολυμαθούς επιστήμονα Τζον Φον Νόιμαν (John von Neumann), αυτού που έθεσε τα μαθηματικά θεμέλια της κβαντομηχανικής, αυτού που έγραψε τις εξισώσεις για την έκρηξη της ατομικής βόμβας, του εφευρέτη της θεωρίας των παιγνίων, του νονού της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ), του καινοτόμου της ψηφιακής τεχνολογίας, του πατέρα του σύγχρονου ηλεκτρονικού υπολογιστή. Και το ερώτημα που θέτει έμμεσα και στα δύο αυτά βιβλία είναι: όλες αυτές οι εφευρέσεις είναι για το καλό ή το κακό της ανθρωπότητας;


    Ο τίτλος του βιβλίου φαίνεται να παίζει με την έννοια της μανιώδους φύσης του Νόιμαν, αλλά δεν είναι έτσι. Είναι το ακρώνυμο Mathematical Analyzer, Numerical Integrator and Computer και αναφέρεται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή.


    Μέσα από μια πολυπρόσωπη αφήγηση με μαρτυρίες φίλων, συζύγων, παιδιών, συναδέλφων και άλλων, ο Λαμπατούτ μας δείχνει την ανατομία του μυαλού αυτού του Τιτάνα της επιστήμης που είχε πάθος με τη λογική. Και του οποίου η ευφυΐα ήταν κάτι το παιγνιώδες και όχι τυραννικό. Οταν ένας καθηγητής του μετάνιωσε που δεν τον είχε συμβουλεύσει πως τα μαθηματικά έπρεπε να τα χειρίζεται με σεβασμό επειδή μέσα τους έκρυβαν μια δύναμη που τα καθιστούσε επιρρεπή στο κακό, ο Νόιμαν συμμετείχε ήδη στο Μανχάταν Πρότζεκτ για τη δημιουργία της ατομικής βόμβας. Μια φορά ο μαθηματικός Νιλς Μπαριτσέλι με τον οποίον συνεργαζόταν, τον είχε ρωτήσει πώς είχε συλλάβει την ιδέα των υπολογιστών, και ο Νόιμαν τού είχε απαντήσει πως εφόσον άνθρωποι των σπηλαίων είχαν δημιουργήσει θεούς δεν έβλεπε κανένα εμπόδιο στο να μην έκαναν κι εκείνοι το ίδιο. Γι’ αυτόν το κομπιούτερ, The Maniac, θα έπρεπε να καταλαβαίνει τη γλώσσα, να διαβάζει, να γράφει, να μιλάει… και να παίζει σαν παιδί. Και η τελευταία ενότητα του βιβλίου, που αναφέρεται στην τεχνητή νοημοσύνη, μιλάει γι’ αυτό ακριβώς το πράγμα: το παιχνίδι. Είναι η ιστορία του Κύπριου Ντέμη Χασάμπη, του παιδιού θαύμα από το βόρειο Λονδίνο, συνιδρυτή του ερευνητικού εργαστηρίου τεχνητής νοημοσύνης DeepMind, που δημιούργησε τον υπολογιστή AlphaGo Zero που παραμένει αήττητος στα παιχνίδια Γκο, Σόγκι (γιαπωνέζικο σκάκι) και σκάκι. Το «The Maniac» διαβάζεται απνευστί όπως το «Οταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο» γιατί ο Λαμπατούτ είναι μαέστρος στο να συνδυάζει την ιστορία της επιστήμης με τη μυθοπλασία. Μήπως προσπαθεί να δημιουργήσει ένα καινούργιο λογοτεχνικό είδος; «Δεν έχω ιδέα», μου απαντά, «ακόμα και να έκανα κάτι τέτοιο δεν θα το ήξερα. Αν δημιουργείς κάτι καινούργιο δεν έχεις επίγνωση».


    Το άρθρο στην Καθημερινή