https://www.domabooks.gr/web/image/product.template/1375/image_1920?unique=f3f5dd8
    12,00 € 10,80 € 10.8 EUR
    11,32 €

    This combination does not exist.

    Αγορά

     

    Κάποιοι είπαν ότι ήταν κάτι που φάγανε. Άλλοι, πώς ήτανε ηλίαση. Κάποιοι θυμήθηκαν τα λύματα που ήταν γεμάτα κου νούπια και κάλεσαν το Ινστιτούτο Τροπικών Ασθενειών. Κάποιος είπε ότι έφταιγε η δόνια Λένα, η μάγισσα που ζούσε σε μια ξύλινη παράγκα πίσω από το αεροδρόμιο, και κάποιοι θέλησαν να πάνε να της βάλουν φωτιά στο σπίτι. Αυτά παθαίνετε για να μεθοκοπάτε μέχρι το ξημέρωμα, γκρίνιαξε η γυναίκα ενός. Δικαιολογίες των εργατών για να μην έρθουν στη δουλειά, είπε ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου. Συνιστώ ανάπαυση, είπε ο γιατρός.

    Η Γκαμπριέλα ψηνόταν στον πυρετό όλη νύχτα, έσπαγε το κεφάλι της και προβληματιζόταν. Θυμόταν τότε που είδε για πρώτη φορά τη θάλασσα, εφτά χρονών στην Παραναΐμπα, μετά από ένα τριήμερο ταξίδι με τον πατέρα της· ένα συγκλονιστικό συναίσθημα που τη βρήκε απροετοίμαστη και την άφησε άναυδη. Θυμόταν πως είχαν κοιμηθεί σε αιώρες μπροστά στη θάλασσα. Θυμόταν πως ο πατέρας της πουλούσε αιώρες από πόλη σε πόλη και την κουβαλούσε δεμένη στην πλάτη του, πως την τάιζε φαγητά που δεν της άρεσαν (παντζάρια, σαρδέλες, κουνουπίδι), θυμόταν τα αγριογούρουνα που είχαν δει να τρέχουν στην πλατεία Μπελέμ της Μπρέζιο ντο Κρούιζ, και την ηλεκτρική καταιγίδα που τους έπιασε ένα δειλινό στον κάμπο. Θυμόταν τη μέρα που ο πατέρας της τής είπε: Περίμενέ με εδώ, και δεν ξαναγύρισε, κι εκείνη έμεινε ασάλευτη στη γωνία μέχρι που βάθυναν οι σκιές, και πια δεν ξαναείδε τον πατέρα της, απ’ τον οποίο μετά βίας θυμόταν τα γένια και το τατουάζ με την άγκυρα που έγραφε «Ο Θεός σ’ αγαπάει» (και όλες τις φορές που είχε αναζητήσει αυτό το τατουάζ στα σώματα των αντρών). Θυμόταν πώς είναι να πεινάς, να φοβάσαι, να κρυώνεις, και τις γυναίκες με τις κόκκινες παγιέτες και τις μακριές γάμπες που την αποκαλούσαν «Αγάπη μου». Θυμόταν την εποχή που φορούσε την κορδέλα στα μαλλιά και δούλευε στο φαρμακείο του Εσπίριτου Σάντο, και τον άντρα που μπήκε για να ζητήσει παστίλιες για το λαιμό, και πώς την κοίταξε, και τότε πρόσεξε το τατουάζ με την άγκυρα στον καρπό του. Θυμήθηκε πως του είπε: Είμαι δεκατεσσάρων χρονών, κι εκείνος θυμήθηκε την κόρη του, που ήταν σχεδόν στην ηλικία της κι είχε ένα όνομα που της φάνηκε όμορφο: Διώνη. Θυμήθηκε τον φαρμακοποιό που τη γιατροπόρεψε ύστερα απ’ αυτό που της έκανε εκείνος ο άντρας, και που της είπε: Να κάνεις παιδιά, το ξεχνάς. Θυμήθηκε το αίμα, το φόβο και πως ήθελε να πεθάνει. Τον κεραυνό που έπεσε τη νύχτα της καταιγίδας, λίγα μόλις μέτρα από το δέντρο όπου είχαν βρει καταφύγιο με τον πατέρα της, εκείνο το γαλάζιο φως που έβλεπε ακόμα και με τα μάτια της κλειστά και που έμεινε φυλακισμένο στο μυαλό της όλα αυτά τα ήρεμα, γαλήνια, ευτυχισμένα χρόνια με τον Ντεβαΐρ. Σκέφτηκε ότι όλη της τη ζωή δεν έκανε τίποτ’ άλλο απ’ το να περιμένει να επιστρέψει το φως, εκείνο το φως του διαβόλου.

    Την ώρα που η αυγή άρχισε να αχνοφαίνεται μέσα από τις κουρτίνες, η Γκαμπριέλα είχε ήδη πάρει την απόφασή της. Σηκώθηκε αθόρυβα, τρέμοντας ακόμα από τον πυρετό, και ετοιμάστηκε να βγει· μια τούφα από μαύρα μαλλιά ξεκόλλησε από το κεφάλι της και έμεινε πάνω στη χτένα. Ο Ντεβαΐρ στριφογυρνούσε στο κρεβάτι, το πρόσωπό του είχε εκείνο το εξωπραγματικό πορτοκαλί χρώμα που είχε αποκτήσει τις τελευταίες μέρες και ήταν συσπασμένο από την ανησυχία. Του ζήτησε σιωπηλά συγγνώμη γι’ αυτό που επρόκειτο να κάνει. Συγκρατώντας την αναγούλα της, έβαλε τον κύλινδρο σε μια σακούλα και κατευθύνθηκε προς το νοσοκομείο.

    Λιλιάνα Κολάνσι, Λάμπετε στο σκοτάδι, σελ.: 90-92 μετάφραση: Αγγελική Βασιλάκου


    πατώντας οδηγείστε στη σελίδα του βιβλίου Λάμπετε στο σκοτάδι της Λιλιάνα Κολάνσι στο ΔΩΜΑ