https://www.domabooks.gr/web/image/product.template/1430/image_1920?unique=0e5218b
    20,00 € 18,00 € 18.0 EUR
    18,87 €

    This combination does not exist.

    Αγορά

    nai

    «Ο εγκέφαλός του ήταν ένα μαθηματικό όπλο» 


    Αναζητώντας την τρέλα που συνοδεύει τη λογική σκέψη όταν αυτή φτάνει στα άκρα της


    Η Αγγελική Βασιλάκου συνομιλεί με τον Κυριάκο Αθανασιάδη στην Athens Voice για το «Maniac» του Μπενχαμίν Λαμπατούτ


    Σαν τα ψάρια-πιλότους που κολυμπούν μέσα στο στόμα των καρχαριών και τους καθαρίζουν τα δόντια από παράσιτα και δυσάρεστα υπολείμματα τροφών, η τρέλα —μια «μανική» κατάσταση— συνοδεύει τη λογική των μεγάλων επιστημόνων που βρίσκονται μπροστά σε κομβικής σημασίας ανακαλύψεις·σε ανακαλύψεις που αλλάζουν τη μοίρα του κόσμου. Δεν υπήρξε φυσικός ή μαθηματικός —και όχι μόνο— στον 20ό αιώνα που να μην είχε αυτόν τον συμβιωτικό οργανισμό δίπλα του, χωρίς να κοιμάται αγκαλιά μ’ αυτόν, και χωρίς να μιλά μαζί του ακόμη και στον ύπνο του. Γιατί, από ένα σημείο και μετά, ίσως η απόλυτη προσκόλληση στον ορθό λόγο να μην είναι αρκετή. Ίσως να χρειάζεται κάτι παραπάνω για να δρασκελίσεις τα απαγορευμένα κατώφλια των επιστημών. Ο Τζων φον Νόυμαν ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους. Όπως άλλωστε και οι υπόλοιποι επιστήμονες που γοητεύουν αυτόν τον σπουδαίο Χιλιανό συγγραφέα, τον Μπενχαμίν Λαμπατούτ. Όμως ο φον Νόυμαν ήταν ταυτόχρονα και άλλα πράγματα. Για όλα αυτά τα επιπλέον πράγματα ζητήσαμε να μας μιλήσει η μεταφράστρια του Λαμπατούτ στα ελληνικά, Αγγελική Βασιλάκου, με αφορμή αυτό το συγκλονιστικό ιστορικό-βιογραφικό μυθιστόρημα, το «MANIAC». Την ευχαριστούμε πολύ για τον χρόνο της. Τα βιβλία του Λαμπατούτ κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Δώμα.


    Κ.Α.: Ήταν ένα τέρας ο φον Νόυμαν; Τι ήταν;

    Α.Β.: Θα έπρεπε να μου είναι απεχθής, υποθέτω. Στην εκδοχή ωστόσο του Μπενχαμίν Λαμπατούτ, κεντρικό κομμάτι της οποίας αποτελεί η ιστορία του φον Νόυμαν, θυμίζοντας κάπως και το κεντρικό κομμάτι των «Άγριων Ντετέκτιβ» του Ρομπέρτο Μπολάνιο, έχουμε 14 αφηγητές — όλοι τους αληθινά πρόσωπα, από τον πρώτο του δάσκαλο ώς την κόρη του Μαρίνα. Από αυτούς μαθαίνουμε τι ήταν ο φον Νόυμαν. Κρατάω λοιπόν τα εξής:

     Ήταν ο ευφυέστερος άνθρωπος του 20ού αιώνα.

    • Ένας εξωγήινος ανάμεσά μας.
    • Ιδιοφυής και αφελής μαζί, οξυδερκής και όμως απίστευτα ρηχός… Ωστόσο, ήξερες ότι, στα σοβαρά θέματα, μπορούσες να βασιστείς επάνω του.
    • Προσέγγιζε ένα θέμα, το απογύμνωνε, αφήνοντας μόνο τα βασικά του αξιώματα, και μετέτρεπε ό,τι ανέλυε σε πρόβλημα καθαρής λογικής.
    • Αυτή του η απόκοσμη ικανότητα να βλέπει μέσα στην καρδιά των πραγμάτων που του επέτρεπε να σκέφτεται μόνο τα θεμελιώδη, δεν ήταν απλώς το κλειδί της ξεχωριστής ιδιοφυΐας του, αλλά και η εξήγηση για τη σχεδόν παιδιάστικη ηθική του τυφλότητα.

    Ο Τζων Φον Νόυμαν και ο Ρόμπερτ Οππενχάιμερ

    Κ.Α.: Μπορούμε να έχουμε απαιτήσεις από έναν άνθρωπο σαν τον φον Νόυμαν; Εννοώ, είναι τόσο διαφορετικός από εμάς. Σχεδόν γοητευόμαστε στην ιδέα ότι μπορεί, αν θέλει, να μας αφανίσει όλους. Και να μας αντικαταστήσει με κάτι άλλο.

    Α.Β.: «Είναι πλέον η ισχυρότερη οντότητα που γνώρισε ποτέ ο κόσμος στο γκο, στο σκάκι και στο σόγκι. Το όνομά του είναι Alpha Zero», γράφει για την τεχνητή νοημοσύνη ο Λαμπατούτ στο τέλος του βιβλίου του.Και σε μια συνέντευξή του προσθέτει: «Ω, δεν θα αποκαλούσα τον Τζώννυ κακό. Με τον ίδιο τρόπο που δεν θα αποκαλούσατε έναν υπολογιστή κακό. Όμως ο εγκέφαλός του ήταν ένα μαθηματικό όπλο. Είχε αυτή την αιχμηρή νοημοσύνη που μπορούσε να οπλιστεί». 

    Κ.Α.: Μπορούμε να κάνουμε ενός είδους σύγκριση μεταξύ φον Νόυμαν και Οππενχάιμερ; 

    Α.Β.: Νομίζω και οι δύο ήταν άγγελοι του θανάτου, παρότι ο Λαμπατούτ αναφέρεται ακροθιγώς στον Οππενχάιμερ: «“Με τη δημιουργία της ατομικής βόμβας οι φυσικοί γνώρισαν την αμαρτία, και αυτή την επίγνωση δεν μπορούν να την ξεφορτωθούν”. Αυτό το είπε ο Οππενχάιμερ. Ένιωθε ότι τα χέρια του ήταν βαμμένα με αίμα. Πραγματικά απίστευτος εκείνος ο τύπος, τόσο έξυπνος και μεγαλειώδης», γράφει στο «MANIAC». Τζων φον Νόυμαν: «Ο εγκέφαλός του ήταν ένα μαθηματικό όπλο» H αλήθεια είναι ότι λίγα πράγματα μου είναι γνωστά για τον Οππενχάιμερ. Ότι, ως διευθυντής του Ινστιτούτου Προηγμένων Σπουδών του Πρίνστον είχε την εξουσία μιας δύναμης καταστροφικής, σε μια «πόλη» που ξεφύτρωσε σαν μανιτάρι, εν μία νυκτί, γύρω από ένα σχολείο-αγρόκτημα όπου είχαν πάει ο Γκορ Βιντάλ και ο Ουίλιαμ Μπάροουζ, στο Λος Άλαμος του Νιου Μέξικο. Και ότι εκεί, άρχισαν ξαφνικά να καταφθάνουν λαμπροί επιστήμονες όχι μόνο από τις ΗΠΑ αλλά και από την Ευρώπη για να φτιάξουν την πρώτη ατομική βόμβα που έριξαν στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Όλοι αυτοί οι εξαίρετοι επιστήμονες, συμπεριλαμβανομένου του φον Νόυμαν και των Ούγγρων καβαλάρηδων της Αποκαλύψεως, των «Αρειανών» όπως τους αποκαλούσε ο Φέρμι, μοιράζονταν ένα κοινό μυστικό: την έξαψη της επιστημονικής περιέργειας, τη χαρά τού να διανοείσαι το αδιανόητο και να κάνεις το αδύνατο δυνατό, υπερβαίνοντας κάθε ανθρώπινο όριο. Όταν λοιπόν άνοιξαν το Κουτί της Πανδώρας κι έγιναν Καταστροφείς του Κόσμου, κάποιοι παραφρόνησαν κι άλλοι συνειδητοποίησαν πως ήταν τέρατα. Δεν ξέρω πόση διαφορά έχει: παράφρονες ή τέρατα; Βλέποντας όμως προσεκτικά την ταινία του Νόλαν, με όλους αυτούς τους μάρτυρες κατηγορίες και υπεράσπισης, νιώθω ότι ήταν στημένη σαν δίκημεταμφιεσμένη με το πέπλο της ακρόασης, γιατί είχε ανακληθεί η διαπίστευση ασφαλείας του. Ο Οππενχάιμερ σαφώς και αντιτάχτηκε στην κατασκευή της βόμβας υδρογόνου και μπήκε στη μαύρη λίστα. Είχε όμως τα χέρια του καθαρά; Με τη δική του καθοδήγηση δεν ξεκίνησε, την άνοιξη του 1943, με άκρα μυστικότητα το Πρόγραμμα Μανχάταν; Το ίδιο συμβαίνει και στο βιβλίο του Λαμπατούτ, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου καταλαμβάνει ο εξωγήινος Τζώννυ φον Νόυμαν. Είχα συνέχεια την αίσθηση πως τον δικάζουν για κάποιο έγκλημα, εξ ου και όλος αυτός ο χορός των μαρτύρων που κινείται γύρω του. 

    Κ.Α.: Το πόσο διαφορετικός ήταν φαίνεται από πολλά, αλλά νομίζω κυρίως από το πώς τού φέρονταν όταν ΔΕΝ μπορούσε να βοηθήσει πια: όταν ήταν ετοιμοθάνατος. Για να μη χαθεί ούτε στιγμή έκλαμψης, μέχρι την τελευταία του στιγμή ήταν ένα σωρό επιστήμονες πάνω από το κεφάλι του, ενώ φρουρούνταν σε ειδική πτέρυγα. Του είχαν πάει βιβλία, μηχανήματα (το ένα πελώριο), ό,τι τούς ζήτησε. Κι ας μην ήταν σε θέση να κάνει μια «σωστή» σκέψη… 

    Α.Β.: «Τα αγόρια στο Πεντάγωνο έκαναν τα πάντα για να τον κρατήσουν στη ζωή. Ο υποναύαρχος Στρως έφερε αυθεντίες από όλο τον κόσμο για να τον δουν, αλλά δεν είχε νόημα. Το μόνο που κατάλαβαν ήταν ότι ο καρκίνος είχε πιθανότατα ξεκινήσει από το πάγκρεας και μετά σχημάτισε μια μεγάλη μετάσταση στην αριστερή του κλείδα. Από εκεί εξαπλώθηκε παντού. Ο Καθηγητής υπέφερε φρικτά…» διαβάζεις στο «MANIAC»,μολυσμένος πιθανόν από την ίδια ραδιενέργεια πουσκόρπισε τον θάνατο στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Τον φρουρούσαν προφανώς για να μην του ξεφύγει κάποιο πολύτιμο μυστικό, μερικές φορές δεν ήξερε ούτε πού βρισκόταν από τον πόνο, αλλά και επειδή στο τέλος του κύκλου της ζωής του υπέκυψε στην υπεραφθονία, δίνοντας μια τελευταία γιγάντια παραγωγή εξωφρενικών ιδεών. Αυτές ήθελαν να αποσπάσουν στρατηγοί, κατάσκοποι κι επιστήμονες που είχαν κατασκηνώσει στον προθάλαμο του Στρατιωτικού Ιατρικού Κέντρου Ουόλτερ Ρηντ, όπου η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών απομόνωσε τον φον Νόυμαν. Κι αυτές φρουρούσαν επί εικοσιτετραώρου βάσεως, σαν γεράκια, φύλακες και φρουροί μέσα κι έξω από το δωμάτιο όπου ένας εξωγήινος ψυχορραγούσε… 

    Κ.Α.: Κάποια στιγμή, όταν έρχεται σε επαφή με το έργο —και την τρέλα— ενός άλλου επιστήμονα, θέλει να φτιάξει ζωντανούς, νοήμονες αριθμούς: ένα είδος ψηφιακής ζωής. Ή και έναν θεό. Ή και περισσότερους θεούς. Πέθανε νεότατος, στα 53 του. Αν είχε ζήσει άλλα είκοσι χρόνια, θα τον είχε φτιάξει αυτόν τον θεό; Ή αν ζούσε στην εποχή μας; ΜΠΟΡΟΥΣΕ να ζήσει στην εποχή μας; Τέλος: άραγε θα επανέλθει κάποια μέρα, μέσα από ένα πρόγραμμα ΤΝ;

    Α.Β.: Ο Μπαριτσέλι υπήρξε συγκλονιστική προσωπικότητα. Εκτός του ότι η ιστορία του είναι το αγαπημένο μου κεφάλαιο στο βιβλίο, ξέρω ότι κι ο Λαμπατούτ τρέφει ιδιαίτερη αδυναμία σε αυτό το αρχέτυπο τρελού επιστήμονα που μόνη του επιδίωξη υπήρξε η δημιουργία ψηφιακής ζωής. Για τον Νιλς Άαλ Μπαριτσέλι η ψηφιακή ζωή ήταν ήδη εκεί από το 1951, όταν ο αλαφροΐσκιωτος μαθηματικός βιολόγος και κατασκευαστής ιών, με καταγωγή τόσο από τη Νορβηγία όσο και από την Ιταλία, εξασφάλισε την άδεια του φον Νόυμαν να βάλει φαντάσματα στη μηχανή του, στον MANIAC. Τη σημαντικότερη επανάσταση του 20ού αιώνα, τον πρώτο υπολογιστή που χάρις στον φον Νόυμαν φτιάχτηκε ποτέ, ακριβώς ίδιος με αυτόν στον οποίο εμείς γράφουμε τώρα. Ο Μπαριτσέλι ήθελε να μιμηθεί, εντός τουMANIAC, την εξέλιξη της ζωής. Μέσω διαδικασιών αριθμητικής εξέλιξης πάσχιζε να αναπτύξει συμβιωτικούς οργανισμούς ικανούς να αναπτύξουν δική τους γλώσσα και τεχνολογία. Η αλήθεια είναι πως δεν τα κατάφερε. Τα έσπασε με τον φον Νόυμαν, απομακρύνθηκε από τονMANIAC, και πέθανε ξεχασμένος. Οι ιδέες του(;) πιστώθηκαν στον φον Νόυμαν, o οποίος δημιούργησε τη σύγχρονη βιολογία, αποτύπωσε στα τέλη της δεκαετίας του ’40 τον τρόπο που λειτουργούν το DNA και το RNA, έφτασε δε στο σημείο να οραματίζεται να δημιουργήσει Θεούς. Δεν ξέρω αν θα το έκανεζώντας άλλα είκοσι χρόνια, δεν ξέρω καν αν υπάρχουν. 

    Κ.Α.: Για να επανέλθω σε ένα θέμα που θίχτηκε και πριν, κάτι που εντυπωσιάζει στο βιβλίο (όχι ότι υπάρχει κάτι που δεν εντυπωσιάζει) είναι ότι, για να μας μιλήσει για τον φον Νόυμαν, ο συγγραφέας δίνει τον λόγο στους ανθρώπους που τον γνώριζαν, και όχι στον ίδιο ή σε έναν «παντογνώστη αφηγητή». Γιατί το κάνει αυτό; Μήπως τελικά το βιβλίο ΔΕΝ είναι για τον φον Νόυμαν, αλλά είναι για όλους τους άλλους; 

    Α.Β.: Έχει ενδιαφέρον αυτή η παρατήρηση, γιατί εδώ, στο κεφάλαιο του Τζώννυ φον Νόυμαν, έχουμε να κάνουμε με μια υπερ-συνείδηση που εντείνεται από τον ίδιο του τον εαυτό, μέχρι και πέρα από τα όρια του σύμπαντος, μέχρι τη δημιουργία ενός προσωπικού κοσμογονικού συστήματος…Και ταυτόχρονα μιλάμε για μια τρομερή εποχή όπου, ενώ η Κεντρική Ευρώπη ρίχνεται στο πεδίο της μάχης, η πλουτοκρατική Ουγγαρία —όπου μεγαλώνει ο φον Νόυμαν— ζει την μπελ-επόκ της. Ενώ πραγματικές σφαγές συνέβαιναν σε ολόκληρη την ήπειρο, το δεκάχρονο αυτό παιδί-θαύμα, ο Γιάνος ή Γιάντσι, όπως λεγόταν στη Βουδαπέστη όπου μεγάλωνε, ονειρευόταν ξυπνητός υφαίνοντας τις πρώτες εξωπραγματικές ιδέες, πολλές εκ των οποίων όταν εφαρμοστούν —με τη μορφή της ατομικής βόμβας, ή του σύγχρονου υπολογιστή, της Θεωρίας Παιγνίων, της εξαγγελίας της ψηφιακής ζωής, των αυτοαναπαραγόμενων μηχανών, της τεχνητής νοημοσύνης και του θεϊκού σχεδόν ελέγχου του κλίματος της Γης— θα αφήσουν σαν παγωμένος άνεμος το δυσοίωνο σχήμα τους στην ψυχή μας.

    η μεταφράστρια Αγγελική Βασιλάκου

    Κ.Α.: Ο Λαμπατούτ μοιάζει να ξέρει τα πάντα για όλες τις θετικές επιστήμες με τις οποίες καταπιάνεται. Ξέρει ακριβώς τι λέει, και είναι παραπάνω από σίγουρο ότι δεν έχει κάνει απλώς μία «έρευνα» όπως κάνει κάποιος που γράφει ιστορικό μυθιστόρημα. Από την άλλη, γοητεύεται —όπως και οι επιστήμονές του— από τη διαίσθηση, το όνειρο, την έκλαμψη, τη μαγεία, από πράγματα που σε ένα πρώτο επίπεδο δεν έχουν καμία σχέση με την αυστηρή δομή των μαθηματικών και τις απαιτήσεις της φυσικής. 

    Α.Β.: Πρόσφατα, αρχές Οκτωβρίου, ο Λαμπατούτ πήρε το βραβείο Malaparte. Στην τελετή απονομής που έγινε στο Κάπρι παρουσίασε το τελευταίο του βιβλίο συζητώντας με τον φυσικό Γκουίντο Τονέλι, ο οποίος εργάστηκε για την ανακάλυψη του μποζονίου Higgs. Νά πώς ο περιγράφει Τονέλι τη συνάντησή τους: «Με εξέπληξε η μαεστρία του στην αντιμετώπιση πολύ περίπλοκων εννοιών, όπως αυτές που έχουν να κάνουν με τα θεμέλια της κβαντικής μηχανικής ή της τυπικής λογικής. Μάλλον, ήμουν περίεργος να μάθω από πού προήλθε το ενδιαφέρον του για την επιστήμη και να καταλάβω τι ακριβώς τον γοήτευε στις φιγούρες επιστημόνων όπως ο Χάιζενμπεργκή ο Σρέντινγκερ. Η απάντησή του ήταν διαφωτιστική. Ο Λαμπατούτ ενδιαφέρεται για την τρέλα, θεωρεί ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι εμποτισμένος με μια λεπτή μορφή τρέλας που διαπερνά ακόμη και τα πιο ισορροπημένα μυαλά. Ο νεαρός συγγραφέας πιστεύει ότι αυτή η τρέλα κρύβεται στο πιο λογικό σημείο του εγκεφάλου μας: στον προμετωπιαίο φλοιό, το ευγενές μέρος του εγκεφάλου, αυτό που κυριαρχεί στην αυτογνωσία μας, στην έδρα της αφηρημένης σκέψης, αυτής που παράγει τις πιο εκλεπτυσμένες εικασίες. Αυτός είναι ο λόγος που οι μαθηματικοί και οι φυσικοί είναι οι προσωπικότητες που τον ενδιαφέρουν περισσότερο. Στις βιογραφίες τους αναζητά την τρέλα που συνοδεύει τη λογική σκέψη όταν αυτή φτάνει στα άκρα της».

    ο συγγραφέας Μπενχαμίν Λαμπατούτ

    Κ.Α.: Μακριά από εμένα οι κουβέντες περί «καταραμένου συγγραφέα», αλλά ο Λαμπατούτ μού δίνει την εντύπωση ενός ανθρώπου που πονάει γράφοντας. Που νιώθει έντονα το περιεχόμενο, την ΟΥΣΙΑ αυτών που γράφει. Και ότι αυτή η ουσία τον πληγώνει.

    Α.Β.: Ο Λαμπατούτ ήθελε από μικρός να γίνει συγγραφέας, ήξερε όμως ότι δεν θα ήταν ποτέ τόσο καλός όσο οι ήρωές του: Μπόρχες, Μπολάνιο, Ζέμπαλντ, Λάβκραφτ, Κόρμακ Μακάρθι. Και εξηγεί το γιατί: «Θυμάσαι τη σκηνή στην ταινία των Κοέν, «Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους», που λέει ότι για να γίνεις σερίφης, για να γίνεις μέρος αυτού του κόσμου, σημαίνει ότι θέτεις την ψυχή σου σε κίνδυνο; Αυτό είναι για μένα το γράψιμο».Θα μπορούσα να απαριθμήσω εδώ δεκάδες τρόπους με τους οποίους ο Μπενχαμίν Λαμπατούτ έθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο, ο ίδιος όμως απεχθάνεται τα προφίλ συγγραφέων, ανασκευάζει συχνά ακόμα και το βιογραφικό του και αποφεύγει να μιλάει, να φωτογραφίζεται, να, να…

    Κ.Α.: Ας πούμε κάτι άλλο. Θα μπορούσε ίσως να ρωτήσει κάποιος: «Δεν έχω ιδέα από μαθηματικά, ούτε από πυρηνική φυσική, κβαντομηχανική και όλα αυτά. Μπορώ να διαβάσω το βιβλίο; Και, εάν ναι, μπορεί να μου αρέσει κιόλας;»

    Α.Β.: Αν ξέρεις, αν έχεις έστω μια ιδέα, η ανάγνωση του βιβλίου μπορεί να είναι έως και παρηγορητική. Αν δεν έχεις καμία, ακόμα καλύτερα — απλώς θα σε μαγέψει. Όπως λέει κι οΛαμπατούτ, μπορεί να ασχολείται με την επιστήμη, αλλά ακαδημαϊκός δεν θα γινόταν ποτέ. Αλχημιστής θέλει να είναι, ξωτικό.

    Κ.Α.: Είχα χαρακτηρίσει βιβλίο τρόμου το «Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο». Και ακόμη έτσι το θυμάμαι. Αυτό εδώ όμως νομίζω πως μέσα μου εγγράφεται σαν μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Με τη διαφορά ότι δεν μπορώ να ξεχωρίζω τι από όσα λέει ο Λαμπατούτ είναι αληθινό και τι δική του επινόηση.

    Α.Β.: Αυτό ακριβώς έλεγε στην Κοριέρε Ντέλα Σέρα και ο Πάολο Τζορντάνο για το «MANIAC»: «Ο πειρασμός να συμβουλεύεσαι κάθε δύο παραγράφους το διαδίκτυο για να ελέγχεις την ακρίβεια των όσων λέει ο Μπενχαμίν Λαμπατούτ είναι ακαταμάχητος».

    Στον Λαμπατούτ όμως αρέσει η αντιπαράθεση, οπότε σπεύδει ο ίδιος να προσθέσει: «Τι μπορεί να σου δώσει ένα βιβλίο που δεν το κάνει μια ταινία, που δεν σου δίνουν η τέχνη ή τα ναρκωτικά; Ένα βιβλίο μπορεί να περιέχει έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών — περισσότερες από αυτές που μπορεί να αντέξει το μυαλό σου. Το θέμα είναι να σ’ τις ψιθυρίσει σαν σε όνειρο. Προσπαθώ πάντα να μπω στο μυαλό των ανθρώπων, να τους κάνω να δουν κάτι που δεν μπορούν να κατανοήσουν και, ταυτόχρονα, να τους δημιουργήσω μια κρίση πανικού…»

    Κ.Α.: Για να κλείσουμε, μια πιο προσωπική ερώτηση. Πόση δουλειά θέλει η μετάφραση ενός τέτοιου βιβλίου; Τόσο σε επίπεδο στιλ, όσο και σε επίπεδο ορολογίας. Αλλά και για να υποδυθείς τις πολλές φωνές που ακούγονται μέσα σ’ αυτό.

    Α.Β.: Διάβασα αρκετές φορές το βιβλίο για να καταλάβω πώς γράφτηκε και γιατί. Όπως είχα διαβάσει παλιότερα και κείνο του George Dyson, το «Turing’sCathedral». Συνέχισα με την αυτοβιογραφία της Μαρίνας Φον Νόυμαν, «The Martian’sDaughter», τη βιογραφία του πατέρα της από τον NormanMacrae, «John vonNeumann: The Scientific Genius Who Pioneered the Modern Computer, Game Theory, Nuclear Deterrence, and Much More», και είδα το ντοκιμαντέρ «AlphaGo», σε σκηνοθεσία Greg Kohs.

    Η αίσθηση ότι ξέρεις πώς λειτουργεί μια εξίσωση στην περίπτωση του Λαμπατούτ δεν βοηθάει ακριβώς. Στα βιβλία του μάλλον εφιάλτες βρίσκεις παρά συναρπαστικές εμπειρίες και γνώσεις. Και μπόλικο χρόνο βιωμένο με αγωνία. Τι εννοώ; Η Μαρίνα φον Νόυμαν διάβασε το «MANIAC» και το βρήκε απολαυστικό. Είχε όμως μια απορία: «Πώς ήξερεο Λαμπατούτ ότι ξεπατίκωνα τα διαγράμματα της Κλάρι, ότι τα έχωνα ανάμεσα στις σελίδες κάποιου από τα σχολικά μου βιβλία και τα περιέφερα παντού σαν ξόρκι ή φυλαχτό; Δεν είναι γραμμένο πουθενά!»Ψάχνοντας μιαν απάντηση, ανακάλυψα πως, τα δέκα τελευταία χρόνια, ο Λαμπατούτ περπατούσε μέρες ολόκληρες ακούγοντας ομιλίες άλλων ανθρώπων, διαλέξεις και συνεντεύξεις φυσικών και μαθηματικών κυρίως, και των οικείων τους. Προφανώς και δεν θυμάται πώς έμαθε αυτή τη λεπτομέρεια, κάπου την άκουσε…

    «Δεν υπάρχει κείμενο που να έχω γράψει τα τελευταία δέκα χρόνια από το οποίο να μην έχω μάθει κάτι, γιατί πάντα εστιάζεται στις ιδέες των άλλων», λέει ο Λαμπατούτ χαρακτηριστικά. Η αίσθηση, λοιπόν, ότι ένας συγγραφέας «ζει» τα βιβλία του, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο την τελευταία δεκαετία, και αφιερώνει δύο με τρία χρόνια προκειμένου να γράψει το καθένα από αυτά, με κάνει να αναρωτιέμαι με δέος: ωραία, και τώρα πώς μεταφράζεται αυτό;

    Κ.Α.: Μεταφράζεται κάτι παραπάνω από πολύ επιτυχημένα: κρυστάλλινα και απολαυστικά. Ευχαριστώ πολύ για όλα.

    Η συνέντευξη στην Athens Voice