ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Ο χειμωνιάτικος ήλιος έφεγγε ισχνά, θαμπός και γαλακτώδης, πίσω απ’ τις στοιβάδες των σύννεφων που σκέπαζαν τη στενόχωρη πόλη. Φυσούσε, κι ο αέρας ξύριζε στα βρεγμένα δρομάκια με τα ψηλά αετώματα, ενώ αραιά και πού έπεφτε κάτι σαν μαλακό χαλάζι: ούτε πάγος ούτε και χιόνι.
Το κουδούνι για το σχόλασμα είχε χτυπήσει. Στην πλακόστρωτη αυλή του σχολείου ξεχύθηκαν σμάρι οι απελευθερωμένοι μαθητές, και περνώντας από την καγκελόπορτα σκόρπισαν δεξιά κι αριστερά. Οι πιο μεγάλοι κρατούσαν τα βιβλία τους με το αριστερό χέρι, ευπρεπώς, ψηλά, κοντά στον ώμο, και με το δεξί να τους προστατεύει από τον άνεμο, τραβούσαν γραμμή για το μεσημεριανό τους γεύμα. Οι μικροί τριπόδιζαν χαρωπά τινάζοντας εδώ κι εκεί τα παγωμένα νερά, ενώ μες στα δερμάτινα σακίδιά τους κροτάλιζαν τα παραφερνάλια της μάθησης. Μα κάθε τόσο αντίκριζαν την ολύμπια γενειάδα και το πλατύ καπέλο του Οντίν στο κεφάλι κάποιου καθηγητή που βάδιζε αργά και μετρημένα, και τότε έβγαζαν αμέσως, ευλαβικά, το πηλήκιό τους.
«Άντε, έλα επιτέλους, Χανς» είπε ο Τόνιο Κραίγκερ, που ήταν ήδη στημένος και περίμενε στην άκρη του δρόμου. Χαμογελώντας, προχώρησε προς τον φίλο του, ο οποίος εκείνη την ώρα έβγαινε απ’ την πύλη κουβεντιάζοντας με άλλους συμμαθητές και με πρόθεση να συνεχίσουν όλοι μαζί παρέα. «Τι; Γιατί;» ρώτησε εκείνος και κοίταξε τον Τόνιο. «Α, ναι, σωστά! Πάμε να περπατήσουμε μαζί λιγάκι.»

Ο Τόνιο βουβάθηκε, τα μάτια του βούρκωσαν. Το είχε ξεχάσει δηλαδή ο Χανς, και το θυμήθηκε μόλις τώρα, πως είχαν πει για σήμερα το μεσημέρι να κάνουν μαζί έναν μικρό περίπατο; Κι εκείνος που το σκεφτόταν σχεδόν αδιάκοπα με προσμονή από την ώρα που το κανόνισαν!
«Ωραία, γεια σας, παιδιά!» είπε ο Χάνς Χάνσεν στους συμμαθητές του. «Πάω λίγο με τον Κραίγκερ.» Κι έτσι τράβηξαν οι δυο τους προς τ’ αριστερά, ενώ οι άλλοι έστριψαν δεξιά.
Ο Χανς κι ο Τόνιο είχαν χρόνο για βόλτα μετά το σχόλασμα επειδή στο σπίτι και του ενός και του άλλου το γεύμα ήταν στις τέσσερις. Οι πατέρες και των δύο ήταν σημαντικοί επιχειρηματίες με δημόσια αξιώματα και κύρος στην πόλη. Στους Χάνσεν ανήκαν εδώ και πολλές γενιές οι πελώριες εκτάσεις κάτω στο ποτάμι όπου κατέληγαν οι υλοτομημένοι κορμοί, με τα πανίσχυρα πριονιστήρια που, ξεφυσώντας και συρίζοντας, έκοβαν τους κορμούς κατά μήκος. Ο Τόνιο απ’ την άλλη ήταν γιος του συμβούλου Κραίγκερ, μεγαλέμπορου δημητριακών, που τα σακιά της εταιρείας με τη μεγάλη μαύρη στάμπα επάνω τους τα έβλεπες κάθε μέρα πάνω στα κάρα, στους δρόμους της πόλης. Η δε παλιά οικογενειακή έπαυλη των προγόνων του ήταν το πιο αρχοντικό σπίτι σ’ ολόκληρη την πόλη. Οι δύο φίλοι αναγκάζονταν να βγάζουν κάθε τόσο το πηλήκιό τους γιατί όλο συναντούσαν γνωστούς· μάλιστα ορισμένοι ενήλικες έσπευδαν να χαιρετήσουν εκείνοι πρώτοι τούς δυο δεκατετράχρονους…
Είχαν τα σακίδια με τα βιβλία τους κρεμασμένα στον ώμο, κι ήταν ντυμένοι καλάκαλά και ζεστά: κοντό ναυτικό πανωφόρι ο Χανς, κι από πάνω, στους ώμους και ψηλά στην πλάτη, απλωμένη τη φαρδιά μπλε κολαρίνα της ναυτικής φορεσιάς του, κι ο Τόνιο με μακρύ παλτό με ζώνη. Ο Χανς φορούσε στο κεφάλι ένα δανέζικο ναυτικό πηλήκιο, μαύρο με μικρό μπορ και κοντές κορδέλες, που από κάτω του δραπέτευαν τα πυκνά αχυρόξανθα μαλλιά του. Ήταν ιδιαίτερα όμορφος και καλοφτιαγμένος, με φαρδιούς ώμους και στενούς γοφούς, και μάτια κάπως μακριά μεταξύ τους, ανοιχτογάλαζα και διαπεραστικά. Αντίθετα, κάτω απ’ το στρογγυλό γούνινο καλπάκι του Τόνιο υπήρχε ένα πρόσωπο μελαχρινό, γραμμένο, εντελώς νότιο, με σκούρα μάτια βαθιά, βαριά βλέφαρα και βλέμμα ονειροπόλο, ίσως και λίγο άτολμο… Στόμα και σαγόνι έμοιαζαν ασυνήθιστα τρυφερά πλασμένα. Περπατούσε με βήμα χαλαρό κι ανέμελο, ενώ τα λεπτά πόδια του Χανς με τις ψηλές μαύρες κάλτσες βάδιζαν με παλμό και με σταθερό ρυθμό.
Ο Τόνιο δεν μιλούσε. Ένιωθε πόνο μέσα του. Τα λοξά του φρύδια είχαν σχεδόν ενωθεί, κι είχε τα χείλια του σουφρωμένα σαν να σφύριζε, το κεφάλι γερμένο λίγο στο πλάι και τα μάτια καρφωμένα κάπου πέρα. Ήταν πολύ χαρακτηριστικά δική του αυτή η έκφραση.
Σε μια στιγμή ο Χανς πέρασε το μπράτσο του μέσα απ’ το μπράτσο του Τόνιο και τον κοίταξε, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι. Είχε καταλάβει πολύ καλά τι έτρεχε. Κι ο Τόνιο, παρόλο που παρέμεινε για μερικά ακόμα βήματα σιωπηλός, μαλάκωσε μεμιάς.
«Να ξέρεις πάντως ότι δεν το είχα ξεχάσει, Τόνιο» είπε ο Χανς κοιτώντας κάτω, το πεζοδρόμιο. «Απλώς φανταζόμουν πως ίσως δεν θα ήταν καλά σήμερα, με τόσο αέρα κι υγρασία. Αλλά δεν με πειράζει καθόλου, είναι τέλεια που παρ’ όλα αυτά εσύ με περίμενες. Έλεγα πως θα είχες ήδη πάει σπίτι, και είχα ενοχληθεί γιατί…»
Τα λόγια αυτά έκαναν τον Τόνιο να χοροπηδήσει μέσα του από χαρά.
«Καλά, πάμε τότε από τα τείχη!» είπε ο Τόνιο με φωνή που έτρεμε. «Να περάσουμε από το Μύλενβαλ, μετά από το Χόλστενβαλ και μετά να σε πάω μέχρι το σπίτι σου, Χανς. Και όχι, δεν με πειράζει καθόλου που μετά θα περπατήσω μόνος μου μέχρι το δικό μου σπίτι· την άλλη φορά θα συνοδέψεις εσύ εμένα.»
Στην πραγματικότητα δεν είχε πολυπιστέψει αυτό που του είχε πει ο Χανς, και ένιωθε πολύ ξεκάθαρα ότι το να πάνε περίπατο οι δυο τους δεν είχε για τον Χανς ούτε τη μισή σημασία απ’ όση είχε για κείνον. Ωστόσο, κατάλαβε ότι ο Χανς πράγματι στενοχωρήθηκε που το είχε ξεχάσει, κι έτσι δεν δυσκολεύτηκε να πειστεί να τον συγχωρήσει. Κι επίσης δεν είχε καμία πρόθεση να καθυστερήσει τη συμφιλίωσή τους…
Το θέμα ήταν πως ο Τόνιο αγαπούσε τον Χανς Χάνσεν, και είχε ήδη υποφέρει πολύ γι’ αυτό. Πάντα εκείνος που αγαπάει περισσότερο είναι το θύμα, και αναγκαστικά εκείνος που υποφέρει: η δεκατετράχρονη ψυχή του το είχε μάθει από πρώτο χέρι αυτό το απλό, σκληρό μάθημα, κι ο Τόνιο ήταν έτσι φτιαγμένος που τέτοιες εμπειρίες παρέμεναν μέσα του, καταγράφονταν, και κατά κάποιον τρόπο σχεδόν χαιρόταν γι’ αυτές, αν και πότε δεν τις εκμεταλλευόταν στην πράξη προς όφελός του, για να αποκομίσει κάτι. Και βέβαια η ιδιοσυγκρασία του τον έκανε να θεωρεί κάτι τέτοια μαθήματα ασύγκριτα πιο σημαντικά και ενδιαφέροντα από τις γνώσεις που του επέβαλλε το σχολείο, κι έτσι τις ώρες του μαθήματος, μέσα σ’ εκείνες τις αίθουσες με τις γοτθικές αψίδες, σ’ αυτούς τους λογισμούς παραδινόταν συνήθως, για να τους βιώσει πέρα ώς πέρα και να τους στοχαστεί βαθιά. Ήταν μια ενασχόληση που του πρόσφερε ικανοποίηση όπως κι όταν τριγυρνούσε στο δωμάτιό του με το βιολί (διότι ο Τόνιο έπαιζε βιολί) κι έπαιζε τις νότες όσο πιο σιγανά γινόταν, κι αυτές γίνονταν ένα με τους μικρούς παφλασμούς του σιντριβανιού έξω στον κήπο, κάτω απ’ τα κλαδιά της γέρικης καρυδιάς, όπου τα νερά τινάζονταν ψηλά και πέφτανε χορεύοντας…
Το σιντριβάνι, η γέρικη καρυδιά, το βιολί του, και στο βάθος η θάλασσα, η Βαλτική, με τα θερινά της όνειρα που ο Τόνιο μπορούσε ν’ αφουγκράζεται στις διακοπές του — αυτά τα πράγματα αγαπούσε κι αυτά είχε γύρω του, κι ανάμεσα σ’ αυτά ζούσε τον εσωτερικό του βίο· ήταν πράγματα που λειτουργούσαν ωραία μέσα σε στίχους, και που όντως τ’ άκουγες στους στίχους που σκάρωνε καμιά φορά ο Τόνιο Κραίγκερ.
Αυτό, ότι δηλαδή είχε ένα τετράδιο με στίχους γραμμένους από τον ίδιο, αποκαλύφθηκε από δικό του σφάλμα και τον δυσκόλεψε πολύ, τόσο στη σχέση του με τους συμμαθητές του όσο και με τους καθηγητές. Από τη μια τού φάνηκε χαζό και μοχθηρό που σκανδαλίστηκαν τόσο, κι ένιωσε περιφρόνηση για τους συμμαθητές και τους δασκάλους του, και επιπλέον αηδίασε με τους κακούς τους τρόπους, κι όλα τα ελαττώματα του χαρακτήρα τους τού έγιναν φανερά με μια παράξενη ενάργεια. Από την άλλη όμως το ένιωθε κι ο ίδιος σαν ένα είδος ασωτίας, κι εν τέλει απρέπειας, το να σκαρώνει στίχους, κι έδινε σε όλους ένα κάποιο δίκιο που το αντιμετώπιζαν σαν μια τόσο ανοίκεια ενασχόληση. Κι ωστόσο αυτό δεν τον έκανε να σταματήσει…
Έτσι, όπως στο σπίτι διαρκώς χαζολογούσε, ήταν και στο σχολείο, στο μάθημα, πάντα νωχελικός κι αδιάφορος, κι οι δάσκαλοι τον είχαν στο μάτι, οι έλεγχοι που έφερνε ήταν απολύτως άθλιοι, με αποτέλεσμα ο πατέρας του, ένας ψηλόλιγνος κύριος, πάντοτε άψογα ντυμένος, με στοχαστικά γαλάζια μάτια κι ένα αγριολούλουδο μονίμως στην μπουτονιέρα, να θυμώνει και να προβληματίζεται πολύ. Για τη μητέρα του Τόνιο, όμως, την όμορφη, μελαχρινή μητέρα του, που το μικρό της όνομα ήταν Κονσουέλο και που δεν έμοιαζε σε τίποτα με τις άλλες κυρίες στην πόλη, αφού ο πατέρας του την είχε φέρει εδώ από κάπου πολύ χαμηλά στον χάρτη — για τη μητέρα του, λοιπόν, αυτοί οι βαθμοί δεν είχαν την παραμικρή σημασία.
Την αγαπούσε ο Τόνιο τη μελαχρινή και φλογερή μητέρα του, που έπαιζε τόσο υπέροχα πιάνο και μαντολίνο, κι ήταν πηγή χαράς γι’ αυτόν το πόσο δεν την απασχολούσε η αμφίβολη θέση του ανάμεσα στους ανθρώπους. Από την άλλη όμως ένιωθε πως ο θυμός του πατέρα του ήταν, στην ουσία του, πολύ πιο αξιοπρεπής κι αξιοσέβαστος, και παρά τις επιπλήξεις που δεχόταν, ο Τόνιο συμφωνούσε μαζί του κι έβρισκε την πρόσχαρη αδιαφορία της μητέρας του λιγάκι ελαφρόμυαλη. Καμιά φορά σκεφτόταν ο Τόνιο, μέσεςάκρες, το εξής: «Δεν είναι και λίγο που είμαι όπως είμαι, και που ούτε θέλω ούτε μπορώ ν’ αλλάξω — που είμαι αμελής και ανυπάκουος, κι όλο με απασχολούν πράγματα που κανένας άλλος δεν τα σκέφτεται. Είναι, αν μη τι άλλο, σωστό που με μαλώνουν στα σοβαρά και με τιμωρούν για όλα αυτά, και δεν τα προσπερνάνε απλώς με φιλιά και μουσικές. Στο κάτωκάτω, δεν είμαστε τίποτα τσιγγάνοι με πράσινο κάρο, είμαστε άνθρωποι με υπόληψη, είμαστε οι Κραίγκερ, η οικογένεια του συμβούλου Κραίγκερ…». Κι επίσης συχνά σκεφτόταν και το άλλο: «Γιατί να είμαι τόσο ιδιόρρυθμος, αταίριαστος με όλους, τσακωμένος με τους δασκάλους κι αποξενωμένος από τα άλλα αγόρια; Δες εκεί τους καλούς μαθητές, την στιβαρή τους μετριότητα. Αυτοί δεν βρίσκουν τους δασκάλους γελοίους, δεν γράφουν στίχους, και στο μυαλό τους έχουν μόνο σκέψεις που τις σκέφτονται όλοι και που μπορούνε να τις πούνε φωναχτά. Πόσο τακτοποιημένοι και συμβατοί με όλους και με όλα θα πρέπει να νιώθουν! Πρέπει να είναι ωραίο αυτό… Με μένα όμως τι γίνεται, και πού θα οδηγήσουν όλα αυτά;».
Η τάση να παρατηρεί τον εαυτό του και τη στάση του απέναντι στη ζωή είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην αγάπη τού Τόνιο για τον Χανς Χάνσεν. Κατ’ αρχάς τον αγαπούσε επειδή ήταν όμορφος· και ύστερα επειδή, από κάθε άποψη, θύμιζε το ακριβώς αντίθετο από τον Τόνιο, το αντίρροπό του. Ο Χανς Χάνσεν ήταν άριστος μαθητής αλλά επίσης γεμάτος ζωή, ένα παιδί που έκανε ιππασία και γυμναστική και κολυμπούσε σαν πρωταθλητής, και που ήταν αγαπητός σε όλους. Οι δάσκαλοι του φέρονταν σχεδόν τρυφερά, τον φώναζαν με το μικρό του και τον στήριζαν με όλους τους πιθανούς τρόπους· οι συμμαθητές επιδίωκαν την εύνοιά του, και στον δρόμο, γυναίκες και άντρες, όλο τον σταματούσαν, του έπιαναν τα αχυρόξανθα μαλλιά που ξεχείλιζαν κάτω απ’ το ναυτικό του πηλήκιο, και λέγανε: «Καλή σου μέρα, Χανς Χάνσεν, με τα ωραία σου μαλλάκια! Είσαι ακόμα πρώτος στην τάξη σου; Τα χαιρετίσματά μου στον μπαμπά και στη μαμά, έξοχε νεαρέ μου…».
Τέτοιος ήταν, λοιπόν, ο Χανς Χάνσεν, και από τότε που τον γνώρισε ο Τόνιο Κραίγκερ, όποτε τον αντίκριζε ένιωθε μια λαχτάρα, μια ζηλόφθονη λαχτάρα να φουντώνει εκεί ψηλά στο στήθος του και να τον καίει. «Κανείς δεν έχει μάτια τόσο γαλάζια όσο εσύ» έλεγε μέσα του ο Τόνιο. «Κανένας άλλος δεν ζει σε τέτοια συμμετρία με τον κόσμο, σε τόσο ευτυχή μέθεξη μαζί του! Εσύ πάντα καταγίνεσαι με πράγματα αξιοπρεπή κι αξιοσέβαστα. Αφού έχεις τελειώσει τη μελέτη σου για το σχολείο, θα κάνεις μαθήματα ιππασίας ή θ’ ασχοληθείς με την ξυλογλυπτική, ενώ ακόμα και στις διακοπές, στη θάλασσα, όλο θα κωπηλατείς ή θα κάνεις ιστιοπλοΐα ή κολύμπι, ενώ εγώ θα είμαι ξαπλωμένος στην άμμο, τεμπέλικα, σαν χαμένος, να χαζεύω την όψη της θάλασσας και τις μυστηριακές εναλλαγές των εκφράσεών της. Αλλά γι’ αυτό και τα δικά σου μάτια είναι τόσο φωτεινά. Να ήμουν σαν εσένα…».
Καμία προσπάθεια, βέβαια, δεν έκανε να είναι σαν τον Χανς Χάνσεν, και μάλλον δεν την εννοούσε καν πολύ σοβαρά αυτή την ευχή. Ποθούσε όμως επώδυνα να τον αγαπάει ο Χανς έτσι όπως ήταν, και την αγάπη αυτή τη διεκδικούσε με τον δικό του τρόπο, με ραθυμία και εσωτερικότητα, τελείως παραδομένος, και με μια μελαγχολία βασανιστική, αλλά και ικανή να καίει πιο έντονα και πιο βαθιά απ’ οποιονδήποτε παροξυσμό πάθους που ίσως θα περίμενε κανείς κρίνοντας από το εξωτικό παρουσιαστικό του.
Και δεν ήταν τελείως μάταιη αυτή η διεκδίκηση, διότι ο Χανς, πέρα από μια ορισμένη ανωτερότητα που αναγνώριζε στον Τόνιο —τη γλωσσική ευελιξία που του επέτρεπε να βάζει σε λόγια πράγματα δύσκολα—, καταλάβαινε επίσης πάρα πολύ καθαρά ότι εδώ έσφυζε ένα ιδιαίτερα δυνατό και τρυφερό αίσθημα για κείνον, το οποίο εκτιμούσε, και το έδειχνε, και η όποια ανταπόκριση από την πλευρά του έδινε στον Τόνιο μια κάποια χαρά, που όμως πάντα είχε μέσα της και ζήλια και απογοήτευση κι έναν άγονο μόχθο να χτίσει μαζί με τον Χανς έναν κοινό πνευματικό τόπο. Γιατί, παραδόξως, ενώ ο Τόνιο ζήλευε τον τρόπο ύπαρξης του Χανς Χάνσεν, πάσχιζε αδιάκοπα να τον τραβήξει στον δικό του· στην καλύτερη περίπτωση όμως τα κατάφερνε μονάχα στιγμιαία κι εντελώς επιφανειακά…
«Διάβασα ένα πράγμα υπέροχο, ένα πράγμα θαυμάσιο…» του είπε. Προχωρούσαν τρώγοντας μαζί καραμελωμένα φρούτα από ένα σακουλάκι που τ’ αγόρασαν με δέκα πφέννιχ απ’ το μπακάλικο του Ίβερσεν στη Μύλενστράσσε. «Πρέπει να το διαβάσεις, Χανς, είναι το Δον Κάρλος του Σίλλερ… Αν θες, σου το δανείζω…»
«Μπα, όχι» είπε ο Χανς Χάνσεν, «άσ’ το, Τόνιο, δεν είναι αυτά για μένα. Εγώ καλύτερα να μείνω στα βιβλία μου για τ’ άλογα — ξέρεις τώρα. Έχουν μέσα κάτι τέλειες εικόνες, αλήθεια. Άμα έρθεις καμιά φορά σπίτι μου, θα σ’ τις δείξω. Είναι φωτογραφίες υψηλής ταχύτητας, βλέπεις το άλογο πώς τριποδίζει, πώς καλπάζει κι υπερπηδάει εμπόδια, σε όλες τις στάσεις, που είναι αδύνατο να τις δεις κανονικά, γιατί περνάνε υπερβολικά γρήγορα…»
«Σε όλες τις στάσεις;» ρώτησε από ευγένεια ο Τόνιο. «Ναι, πολύ ωραίο αυτό. Αλλά αυτός ο Δον Κάρλος που σου λέω είναι απίστευτος. Έχει σημεία —πρέπει να τα διαβάσεις— τόσο όμορφα που σε συγκλονίζουν, είναι σαν έκρηξη…»
«Έκρηξη;» ρώτησε ο Χανς Χάνσεν. «Δηλαδή;»
«Νά, για παράδειγμα εκεί όπου ο βασιλιάς έχει κλάψει επειδή τον έχει ξεγελάσει ο μαρκήσιος… Αλλά ο μαρκήσιος τον έχει ξεγελάσει μόνο και μόνο για χάρη του γιου του βασιλιά, κατάλαβες; Ο μαρκήσιος έχει θυσιαστεί για το καλό του πρίγκιπα. Και μετά φτάνει η είδηση απ’ τα ιδιαίτερα του βασιλιά στον προθάλαμο, ότι ο βασιλιάς έκλαψε. “Έκλαψε; Ο βασιλιάς… έκλαψε;” Οι αυλικοί είναι σε φοβερή αμηχανία, και όλο αυτό σε τσακίζει, γιατί μιλάμε για έναν βασιλιά τρομακτικά σκληρό και αμείλικτο. Αλλά το καταλαβαίνεις απόλυτα γιατί έκλαψε, και τελικά εγώ τουλάχιστον τον λυπήθηκα πολύ περισσότερο απ’ όσο και τον πρίγκιπα και τον μαρκήσιο μαζί. Είναι συνέχεια ολομόναχος και χωρίς αγάπη ο βασιλιάς, κι εκεί που πιστεύει πως επιτέλους βρήκε κάποιον, αυτός ο άνθρωπος τον ξεγελάει…»
Χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, ο Χανς Χάνσεν κοίταξε το πρόσωπο του Τόνιο, και φαίνεται πως κάτι σ’ αυτό το πρόσωπο τον κέρδισε, γιατί ξαφνικά έπιασε πάλι τον Τόνιο αγκαζέ και τον ρώτησε:
«Τι έκανε δηλαδή και τον ξεγέλασε, Τόνιο;»
Ο Τόνιο πήρε αμέσως μπρος.
«Ναι, να σου πω» ξεκίνησε να λέει, «όλες εκείνες οι επιστολές προς τη Βραβάντη και τη Φλάνδρα…»
«Α, δες, ο Έρβιν Γίμμερταλ» είπε ο Χανς.
Ο Τόνιο βουβάθηκε. Να τον πάρει και να τον σηκώσει τον Γίμμερταλ! Τι δουλειά είχε να έρθει και να μας διακόψει; Μακάρι μόνο να μη μας κολλήσει και να μιλάει σ’ όλο τον δρόμο για τα μαθήματα ιππασίας… Γιατί έκανε κι ο Έρβιν Γίμμερταλ μαθήματα ιππασίας. Ήταν ο γιος του διευθυντή της τράπεζας, και το σπίτι του ήταν εδώ, ακριβώς έξω από την πύλη. Και τώρα τους πλησίαζε, ερχόταν απ’ τη λεωφόρο, με τα στραβά του πόδια και τα σχιστά του μάτια. Τη σχολική του τσάντα την είχε ήδη αφήσει.
«Γεια σου, Γίμμερταλ» είπε ο Χανς. «Πάω εδώ μια βολτίτσα με τον Κραίγκερ…»
«Πρέπει να πάω μέχρι την πόλη» είπε ο Γίμμερταλ «ν’ αγοράσω κάτι. Αλλά θα σας κάνω λίγο παρέα… Καραμελωμένα φρούτα είναι αυτά που έχετε εκεί; Ναι, ευχαριστώ, κάναδυο θα τα πάρω. Αύριο έχουμε πάλι μάθημα, Χανς.» Εννοούσε το μάθημα της ιππασίας.
«Τέλεια!» είπε ο Χανς. «Και ξέρεις, επειδή πήρα Α στην Έκθεση, θα μου πάρουν επιτέλους κι εκείνες τις δερμάτινες γκέτες…».
«Εσύ, Κραίγκερ, δεν κάνεις καθόλου μαθήματα ιππασίας;» ρώτησε ο Γίμμερταλ· τα μάτια του ήταν δυο λαμπερές σχισμές.
«Όχι» απάντησε ο Τόνιο με ύφος εντελώς άχρωμο.
«Να το ζητήσεις του πατέρα σου» είπε ο Χανς Χάνσεν «και να κάνεις κι εσύ, Κραίγκερ.»
«Καλά…» είπε ο Τόνιο με σπουδή κι αδιαφορία μαζί. Για μια στιγμή, όταν ο Χανς τον αποκάλεσε με το επίθετο, ο λαιμός του σφίχτηκε τελείως· κι ο Χανς μάλλον το διαισθάνθηκε και του εξήγησε:
«Σε λέω Κραίγκερ γιατί, συγγνώμη, αλλά το μικρό σου όνομα είναι τελείως αλλοπρόσαλλο, και δεν το μπορώ καθόλου, Τόνιο. Δεν είναι όνομα αυτό! Όχι πως φταις εσύ σε τίποτα, που να πάρει!»
«Εντάξει, ο μόνος λόγος που σου βγάλανε αυτό το όνομα είναι επειδή ακούγεται εξωτικό και ξεχωρίζει» είπε ο Γίμμερταλ, δήθεν για να τον υποστηρίξει.
Το στόμα του Τόνιο συσπάστηκε. Και μετά, ψύχραιμος ξανά, είπε:
«Ναι, είναι χαζό όνομα, κι ένας Θεός ξέρει πόσο θα προτιμούσα να με λέγανε Χάινριχ ή Βίλχελμ — σας διαβεβαιώ. Αλλά είναι που ένας αδελφός της μητέρας μου λέγεται Αντόνιο, και μου δώσανε το δικό του όνομα· γιατί η μητέρα μου είναι από πέρα…»
Κι ύστερα έμεινε σιωπηλός κι άφησε τους άλλους δυο να μιλάνε για άλογα και για τη δερμάτινη σκευή τους. Ο Χανς είχε πιάσει τώρα τον Γίμμερταλ αγκαζέ, και μιλούσε μ’ έναν άνετο ζήλο, τέτοιον που δεν θα έβρισκε ποτέ του μέσα του για τον Δον Κάρλος… Ώρεςώρες ο Τόνιο ένιωθε σαν καρφίτσες στη μύτη του τη διάθεση να βάλει τα κλάματα· και ταυτόχρονα έπρεπε να κρατάει υπό έλεγχο το σαγόνι του, που όλη την ώρα έπιανε να τρέμει…
Ο Χανς δεν το άντεχε, λοιπόν, το όνομά του — τι να γίνει όμως; Εκείνον τον λέγανε Χανς, τον Γίμμερταλ τον λέγανε Έρβιν — μια χαρά ονόματα, που όλοι τα ξέρανε και δεν ξένιζαν κανέναν. Το «Τόνιο» όμως ήταν κάπως εξωτικό και ιδιαίτερο. Ναι, τα πάντα επάνω του είχαν κάτι το ιδιόρρυθμο, είτε του άρεσε είτε όχι, και ήταν πράγματι μόνος κι αποκλεισμένος από καθετί το εύτακτο και το συνηθισμένο, κι ας μην ήταν τσιγγάνος με πράσινο κάρο αλλά γιος του συμβούλου Κραίγκερ, της μεγάλης οικογένειας των Κραίγκερ… Από την άλλη, γιατί τον έλεγε Τόνιο ο Χανς όσο ήταν οι δυο τους, και μόλις μπήκε ένας τρίτος στο παιχνίδι άρχισε να ντρέπεται για λογαριασμό του; Για κάποια ώρα, ναι, τον είχε πλησιάσει, τον είχε κερδίσει. «Τι έκανε δηλαδή και τον ξεγέλασε, Τόνιο;» είχε ρωτήσει ο Χανς πιάνοντάς τον αγκαζέ. Αλλά μόλις ήρθε ο Γίμμερταλ, ο Χανς σαν να ξαλάφρωσε, παράτησε τον Τόνιο και χωρίς κανένα λόγο έπιασε να κατακρίνει το ξενικό του όνομα. Πόσο επώδυνο πράγμα ήταν που όλα αυτά τα διέκρινε τόσο καθαρά…! Η ουσία ήταν πως ο Χανς Χάνσεν τον συμπαθούσε λιγάκι όταν ήταν μόνοι — αυτό το ήξερε. Αλλά μπροστά σε τρίτους, ο Χανς αμέσως ντρεπόταν και τον θυσίαζε. Και τότε ο Τόνιο έμενε και πάλι μόνος. Στον νου του ήρθε ο βασιλιάς Φίλιππος. Ο βασιλιάς έκλαψε…
«Που να πάρει» είπε ο Έρβιν Γίμμερταλ, «πρέπει να πάω στην πόλη, άργησα! Άντε, γεια σας, κι ευχαριστώ για τις καραμέλες!» Και τότε μ’ ένα σάλτο ανέβηκε σ’ ένα παγκάκι στην άκρη του δρόμου, πήδηξε από πάνω του με τα στραβά του πόδια, κι έφυγε τροχάδην.
«Τον συμπαθώ τον Γίμμερταλ!» είπε εμφατικά ο Χανς. Είχε έναν τρόπο να δηλώνει τις συμπάθειες και τις αντιπάθειές του, με αυτοπεποίθηση και αλαζονεία, λες και απλώς καταδεχόταν να τις δαψιλεύσει… Και μιας κι είχε πάρει φόρα, συνέχισε να μιλάει για τα μαθήματα ιππασίας. Δεν απείχαν πια και πολύ από την κατοικία των Χάνσεν· ήταν αρκετά σύντομη η διαδρομή από τα τείχη. Κρατούσαν γερά τα πηλήκιά τους έχοντας το κεφάλι σκυμμένο κόντρα στον δυνατό, υγρό άνεμο που σφύριζε και βογκούσε περνώντας ανάμεσα από τα γυμνά κλαδιά των δέντρων. Κι όλο μιλούσε ο Χανς Χάνσεν, κι ο Τόνιο απλώς πετούσε πού και πού κανένα βεβιασμένο «Α» ή κανένα «Ναι», χωρίς καμία χαρά που ο Χανς, μέσα στον ενθουσιασμό του, τον είχε πιάσει, καθώς μιλούσε, ξανά αγκαζέ· γιατί ήταν ένα πλησίασμα μόνο επιφανειακό, χωρίς νόημα.
Λίγο πιο πέρα απ’ τον σιδηροδρομικό σταθμό, άφησαν το μονοπάτι του τείχους και στάθηκαν να δουν ένα τρένο που περνούσε με άχαρη σπουδή ξεφυσώντας καπνό. Για να περάσει η ώρα, μέτρησαν τα βαγόνια και έγνεψαν στον άντρα που, τυλιγμένος καλάκαλά στο γούνινο παλτό του, ήταν καθισμένος στο τελευταίο απ’ όλα, επάνω στην οροφή. Κι ύστερα, στη Λίντενπλατς, σταμάτησαν μπροστά στην έπαυλη του μεγαλέμπορου Χάνσεν, κι ο Χανς έκανε μια ολοκληρωμένη επίδειξη του πόσο διασκεδαστικό είναι να στέκεσαι στο πιο χαμηλό οριζόντιο σίδερο της καγκελόπορτας του κήπου και να πηγαίνεις επάνω της πέραδώθε, κάνοντας τους μεντεσέδες να τρίζουν. Και κάπου εκεί, ήρθε η ώρα να πει αντίο.
«Καλώς, πρέπει να πάω μέσα τώρα» είπε. «Γεια σου, Τόνιο. Την άλλη φορά θα σε συνοδέψω εγώ στο δικό σου σπίτι. Οπωσδήποτε.»
«Γεια σου, Χανς» είπε ο Τόνιο. «Ήταν ωραία η βόλτα.»
Όταν έδωσαν τα χέρια, οι παλάμες τους ήταν όλο νερά και σκουριές από τα κάγκελα. Όταν όμως ο Χανς κοίταξε τον Τόνιο στα μάτια, στο όμορφο πρόσωπό του απλώθηκε κάτι σαν μεταμέλεια.
«Πάντως θα τον διαβάσω σύντομα τον Δον Κάρλος!» έσπευσε να πει. «Αυτό εκεί με τον βασιλιά και τα ιδιαίτερα πρέπει να είναι τέλειο!» Ύστερα έβαλε τη σάκα του υπό μάλης και διέσχισε τρέχοντας τον μπροστινό κήπο. Και πριν μπει στο σπίτι και χαθεί, γύρισε και ένευσε στον Τόνιο άλλη μια φορά.
Κι ο Τόνιo έφυγε από κει, εκστατικός, ευδαίμων. Ο άνεμος τον έσπρωχνε τώρα, αλλά δεν ήταν αυτός ο μόνος λόγος που το βήμα του είχε γίνει τόσο ανάλαφρο.
Θα τον διάβαζε ο Χανς τον Δον Κάρλος, και τότε οι δυο τους θα είχαν πλέον κάτι να κουβεντιάζουν, και ούτε ο Γίμμερταλ ούτε κανένας άλλος θα μπορούσε να συμμετέχει στην κουβέντα! Πόσο καλά καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον! Και ποιος ξέρει — ίσως κάποτε να τον έπειθε να γράψει κι εκείνος στίχους… Αλλά όχι, όχι, δεν το ήθελε αυτό! Δεν έπρεπε να γίνει ο Χανς σαν τον Τόνιο, έπρεπε να παραμείνει όπως ήταν, φωτεινός και δυνατός, έτσι όπως τον αγαπούσαν όλοι, κι απ’ όλους περισσότερο ο Τόνιο! Αν και δεν θα τού ’κανε κακό να διαβάσει και τον Δον Κάρλος… Κι έτσι ο Τόνιο πέρασε από την παλιά, χαμηλή πύλη της πόλης, κι από τον δρόμο της προκυμαίας πήρε τα υγρά σοκάκια με τα ψηλά αετώματα, όπου ξύριζε ο άνεμος, κι έφτασε στο σπίτι των γονιών του. Τον καιρό εκείνο, η καρδιά του ήταν ζωντανή· είχε μέσα της λαχτάρα, και μια ζήλια μελαγχολική, και μια τόση δα υπεροψία και μια πάναγνη μακαριότητα.